Η χρήση ιδιωτικών νομισμάτων δεν είναι μια σύγχρονη εφεύρεση, αλλά μια πρακτική που προέρχεται από το παρελθόν. Στις ΗΠΑ, η έκδοση ιδιωτικού χρήματος παρατηρήθηκε τον 19ο αιώνα, όταν εμπορικές επιχειρήσεις τύπωναν τα δικά τους χαρτονομίσματα. Σήμερα, αυτή η τάση επανέρχεται δυναμικά στην ψηφιακή εποχή μέσω των σταθερών κρυπτονομισμάτων (stablecoins), τα οποία σχεδιάζονται από ιδιωτικούς φορείς με σταθερή ισοτιμία με το δολάριο.

Η ιδέα του ιδιωτικού χρήματος περιέχει μια προφανή αντίφαση, καθώς το επίσημο νόμισμα θεωρείται δημόσιο αγαθό. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μέσα πληρωμής που εκδίδονται από ιδιωτικές εταιρείες και όχι από κρατικές αρχές, βασίζοντας την αξία τους αποκλειστικά στην εμπιστοσύνη της αγοράς. Οι εκδότες stablecoins και οι συνδεδεμένες πλατφόρμες είναι ιδιωτικές επιχειρήσεις που επιδιώκουν την αύξηση της χρήσης και του κέρδους, μέσω των περιουσιακών στοιχείων που κατέχουν για την υποστήριξη των νομισμάτων, των «ανταμοιβών» που καταβάλλουν στους χρήστες και των δραστηριοτήτων που επιτρέπουν.

Το κέρδος και η ανάληψη ρίσκου είναι βασικά στοιχεία κάθε καινοτομίας. Στα χρηματοοικονομικά, όμως, η καινοτομία οδηγεί συχνά σε υπερβολές, ικανές να προκαλέσουν ξαφνική απώλεια εμπιστοσύνης, κρίσεις και αρνητικές επιπτώσεις στην ευρύτερη οικονομία. Παρά τους νέους κανονισμούς, οι κίνδυνοι με τα stablecoins παραμένουν. Τα διδάγματα από το παρελθόν είναι σημαντικά.

Δεν υπάρχει τίποτα που να εμποδίζει τους ιδιώτες να δημιουργήσουν παράλληλες μορφές χρήματος, κάτι που επιδιώκουν τα κρυπτονομίσματα. Τα πρώτα ψηφιακά νομίσματα, όπως το Bitcoin, δεν υποστηρίζονταν από περιουσιακά στοιχεία, με αποτέλεσμα η αξία τους να παρουσιάζει έντονες διακυμάνσεις. Αντίθετα, τα stablecoins στηρίζονται σε απτά περιουσιακά στοιχεία, όπως έντοκα γραμμάτια του αμερικανικού Δημοσίου, τα οποία πωλούνται για την εξαργύρωση των ψηφιακών νομισμάτων σε αναλογία ένα προς ένα με το δολάριο.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της CoinMarketCap, τα stablecoins σε κυκλοφορία ανέρχονται σε περίπου 300 δισεκατομμύρια δολάρια, με κυρίαρχα το Tether (190 δισεκατομμύρια δολάρια) και το Circle (76 δισεκατομμύρια δολάρια). Τα σταθερά κρυπτονομίσματα υπόσχονται να συνδυάσουν τα πλεονεκτήματα του δημόσιου και του ιδιωτικού χρήματος, προσφέροντας την αξιοπιστία του δολαρίου με την ταχύτητα και το χαμηλό κόστος της τεχνολογίας Blockchain, ξεπερνώντας το παραδοσιακό τραπεζικό σύστημα.

Ωστόσο, η προσδοκία αυτή εμπεριέχει εγγενή αντίφαση. Ο γενικός διευθυντής της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών, Πάμπλο Ερνάντεθ ντε Κος, επεσήμανε ότι τα stablecoins προσπαθούν να οικειοποιηθούν την ασφάλεια του δημόσιου χρήματος, ενώ λειτουργούν εκτός του θεσμοθετημένου συστήματος συναλλαγών. Βασική ιδιότητα του χρήματος είναι η «μοναδικότητα», η οποία διασφαλίζει ότι ένα δολάριο διατηρεί πάντα την ίδια αξία, ανεξαρτήτως χρόνου, τόπου ή προσώπου. Αντιθέτως, τα stablecoins κινούνται μέσω ιδιόκτητων και κατακερματισμένων υποδομών, χωρίς να διασφαλίζουν τη μοναδικότητα, καθώς παρουσιάζουν συχνά μικρές αποκλίσεις από την αξία του αμερικανικού δολαρίου.

Σε αντίθεση με τη Fed, οι εκδότες stablecoins επιδιώκουν το κέρδος μέσω της καταβολής τόκων. Το νομοσχέδιο Clarity Act αναμένεται να απαγορεύσει τις πληρωμές τόκων που προσομοιάζουν με καταθέσεις, επιτρέποντας ωστόσο τη χορήγηση ανταμοιβών βάσει χρήσης. Παράλληλα, οι εκδότες έχουν κίνητρο να κυνηγούν υψηλότερες αποδόσεις, υποστηρίζοντας τα ψηφιακά νομίσματα με περιουσιακά στοιχεία υψηλότερου ρίσκου. Σε περίπτωση που η αξία των συγκεκριμένων στοιχείων μειωθεί, διακυβεύεται η διατήρηση της σταθερής ισοτιμίας.

Μία τέτοια εξέλιξη κινδυνεύει να πυροδοτήσει μαζικές ρευστοποιήσεις από τους κατόχους, αναγκαστικές πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων και διάχυση της κρίσης στις υπόλοιπες αγορές, συμπεριλαμβανομένου του παραδοσιακού τραπεζικού συστήματος. Ο νόμος Genius Act του 2025 απαιτεί τα stablecoins που απευθύνονται σε Αμερικανούς πολίτες να υποστηρίζονται από ασφαλή και ρευστά περιουσιακά στοιχεία, όπως έντοκα γραμμάτια και τραπεζικές καταθέσεις. Ωστόσο, ο αντιπρόεδρος εποπτείας της Fed, Μάικλ Μπαρ, επεσήμανε κενά στη νομοθεσία, καθώς ορισμένες τραπεζικές καταθέσεις ενδέχεται να μην είναι ασφαλισμένες.

Επιπλέον, το ρυθμιστικό πλαίσιο επιτρέπει στα stablecoins να αντλούν κεφάλαια, ακόμη και από το εξωτερικό, μέσω δανείων «repo». Αυτή η διαδικασία κινδυνεύει να συμπεριλάβει περιουσιακά στοιχεία όπως το bitcoin, δεδομένου ότι το Ελ Σαλβαδόρ το αναγνωρίζει επίσημα ως νόμισμα. Παράλληλα, η νομοθεσία δεν καλύπτει ψηφιακά νομίσματα που λειτουργούν εκτός των ΗΠΑ, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το USDT της Tether. Πάντως, η εταιρεία έχει ήδη λανσάρει το USAT, μια νέα έκδοση συμβατή με τις αμερικανικές προδιαγραφές.

Κατά την εποχή της «ελεύθερης τραπεζικής» (1837–1863), οι τράπεζες εξέδιδαν δικό τους νόμισμα, δημιουργώντας ένα αναποτελεσματικό σύστημα με έντονες διακυμάνσεις στις ισοτιμίες. Έκθεση του Ινστιτούτου Andersen για τα Χρηματοοικονομικά και την Οικονομία αναφέρει ότι οι κρατικές απαιτήσεις για την κάλυψη του αντικρίσματος των χαρτονομισμάτων αποδείχθηκαν αναποτελεσματικές. Η απάτη ήταν διαδεδομένη, το σύστημα κατακερματισμένο και τα χαρτονομίσματα συχνά δεν γίνονταν δεκτά εκτός της τοπικής αγοράς, οδηγώντας σε μαζικές τραπεζικές πτωχεύσεις. Την ίδια περίοδο, δικό τους νόμισμα εξέδιδαν και μη τραπεζικές επιχειρήσεις, όπως οι σιδηροδρομικές εταιρείες.

Ανάλογη μορφή ιδιωτικού χρήματος αποτελούν και τα αμοιβαία κεφάλαια χρηματαγοράς, τα οποία υπόσχονται σταθερή εξαργύρωση μεριδίων σε αναλογία ένα προς ένα με το δολάριο. Κατά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, όμως, ένα τέτοιο κεφάλαιο αδυνατούσε να διατηρήσει τη σταθερή αξία λόγω κατοχής υποτιμημένων στοιχείων, πυροδοτώντας γενικευμένο πανικό στην αγορά. Τα ιστορικά παραδείγματα αναδεικνύουν πώς η απώλεια εμπιστοσύνης προκαλεί απότομη συρρίκνωση του όγκου του ιδιωτικού χρήματος, εντείνοντας την οικονομική πίεση.

Ο διευθύνων σύμβουλος του Ινστιτούτου Andersen, Φάμπιο Ναταλούτσι, σημειώνει ότι η συμπεριφορά αυτή είναι αντίθετη από εκείνη του δημόσιου χρήματος, το οποίο χαρακτηρίζεται ως «ελαστικό», καθώς η Fed έχει τη δυνατότητα να επεκτείνει την προσφορά του σε περιόδους κρίσης. Τα stablecoins αποτελούν φυσική εξέλιξη της τεχνολογίας πληρωμών, καθιστώντας λογική την αναζήτηση τρόπων ενσωμάτωσης στην οικονομία. Προς την κατεύθυνση αυτή κινούνται οι νόμοι Genius Act και Clarity Act, εξέλιξη που οι υποστηρικτές ελπίζουν ότι θα ενθαρρύνει την ευρύτερη υιοθέτηση των ψηφιακών νομισμάτων. Ωστόσο, η προσδοκία δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί στην πράξη.

Η συντριπτική πλειοψηφία των stablecoins συνδέεται με το αμερικανικό δολάριο και διακρατείται εκτός των ΗΠΑ, συχνά ως μέσο παράκαμψης της νομοθεσίας ή των ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων. Η διαπραγμάτευση ψηφιακών στοιχείων παραμένει η κύρια χρήση, καθώς μελέτη της Fed του Κάνσας Σίτι καταλήγει ότι λιγότερο από το 1% της χρήσης stablecoins προορίζεται για πληρωμές στην πραγματική οικονομία. Στο μεταξύ, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αναπτύσσουν εναλλακτική λύση μέσω των «ψηφιοποιημένων καταθέσεων» (tokenized deposits), εκτιμώντας ότι προσφέρουν τη «μοναδικότητα» του δολαρίου με τα οφέλη της τεχνολογίας blockchain. Οι τράπεζες έχουν προκαλέσει στο παρελθόν μεγάλες οικονομικές κρίσεις, γεγονός που οδήγησε στην αυστηρή ρύθμιση και την πλήρη διασύνδεση με τη Fed. Τα stablecoins ενδέχεται να χρειαστεί να ακολουθήσουν την ίδια πορεία προκειμένου να επιβιώσουν.