Ο ελληνικός τραπεζικός τομέας παρουσιάζει υγιή θεμελιώδη μεγέθη και έχει ενισχύσει την ανθεκτικότητά του απέναντι σε ενδεχόμενες διαταραχές, σύμφωνα με την Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας που δημοσίευσε σήμερα η Τράπεζα της Ελλάδος. Οι κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην Ελλάδα σχετίζονται με την αύξηση των διεθνών τιμών ενέργειας, την αυξημένη αβεβαιότητα λόγω των συγκρούσεων και την πιθανότητα απότομης ανατιμολόγησης των περιουσιακών στοιχείων στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων.

Η Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, η οποία εκδίδεται δύο φορές το χρόνο, αναλύει τις εξελίξεις στο μακροοικονομικό και χρηματοπιστωτικό περιβάλλον, αξιολογεί τους κινδύνους και την ανθεκτικότητα του τραπεζικού τομέα, των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και άλλων τομέων του χρηματοπιστωτικού συστήματος, καθώς και τη λειτουργία των υποδομών των χρηματοπιστωτικών αγορών.

Η τελευταία Έκθεση εστιάζει στις εξελίξεις του τραπεζικού τομέα το 2025 και περιλαμβάνει τρία Ειδικά Θέματα:

  • Ειδικό Θέμα Ι: Παρουσιάζει το πλαίσιο αξιολόγησης για την αναγνώριση και διαβάθμιση των συστημικών κινδύνων του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος.
  • Ειδικό Θέμα ΙΙ: Αναλύει τις πρόσφατες εξελίξεις στη χρήση της τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού στις χρηματοπιστωτικές αγορές.
  • Ειδικό Θέμα ΙΙΙ: Παρουσιάζει το πλαίσιο διαχείρισης των κινδύνων τρίτων παρόχων υπηρεσιών Τεχνολογιών Πληροφοριών και Επικοινωνιών.

Όσον αφορά τα κέρδη των τραπεζών, το 2025 οι ελληνικοί τραπεζικοί όμιλοι κατέγραψαν κέρδη ύψους 4,7 δισ. ευρώ, αυξημένα σε σχέση με τα 4,2 δισ. ευρώ το 2024. Η αύξηση αυτή οφείλεται στην αύξηση των εσόδων από μη τοκοφόρες εργασίες και στη μείωση των προβλέψεων για τον πιστωτικό κίνδυνο, αν και υπήρξαν αρνητικές επιδράσεις από τη μείωση των εσόδων από χρηματοοικονομικές πράξεις και την αύξηση των λειτουργικών δαπανών.

Η κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζικών ομίλων παρέμεινε σε ικανοποιητικό επίπεδο, με τον Δείκτη Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών να μειώνεται σε 15,3% τον Δεκέμβριο του 2025, από 16% τον Δεκέμβριο του 2024. Η ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου βελτιώθηκε, με τον λόγο των μη εξυπηρετούμενων δανείων να διαμορφώνεται σε 3,3%, το χαμηλότερο από την ένταξη της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ.

Οι προοπτικές του τραπεζικού τομέα παραμένουν θετικές, αν και η παράταση της σύρραξης στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να έχει αρνητικές επιπτώσεις στη χρηματοοικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών στην Ελλάδα. Η Τράπεζα της Ελλάδος τονίζει την ανάγκη για περαιτέρω θωράκιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και εγρήγορση από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς.