Η αγορά ομολόγων, η μεγαλύτερη και πιο «σοβαρή» αγορά του πλανήτη, αρχίζει να δείχνει ότι δεν πιστεύει πια ότι ο πληθωρισμός είναι παροδικός. Ο πόλεμος ΗΠΑ – Ιράν, η παράλυση στα Στενά του Ορμούζ, η νέα ενεργειακή κρίση και η εκτίναξη του κόστους καυσίμων και μεταφορών πλήττουν μια παγκόσμια οικονομία που δεν έχει αποβάλει πλήρως το σοκ της πανδημίας και του πολέμου στην Ουκρανία. Το αποτέλεσμα είναι ήδη ορατό στα κρατικά ομόλογα.
Η αγορά κρατικού χρέους των χωρών της G7, που ξεπερνά τα 50 τρισ. δολάρια και θεωρείται το απόλυτο «ασφαλές καταφύγιο» του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, αρχίζει να τρίζει επικίνδυνα, όπως προειδοποιούν αναλυτές στο Bloomberg. Οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων κρατικών τίτλων εκτινάχθηκαν αυτή την εβδομάδα σε επίπεδα που δεν είχαν καταγραφεί ούτε στο αποκορύφωμα της μεταπανδημικής πληθωριστικής κρίσης. Το μήνυμα είναι σαφές: οι επενδυτές φοβούνται ότι ο κόσμος μπαίνει σε μια εποχή επίμονου πληθωρισμού, ακριβού χρήματος και διαρκών γεωπολιτικών σοκ.
Μέχρι πριν από λίγους μήνες, οι αγορές προεξοφλούσαν ότι οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες θα άρχιζαν σταδιακά να μειώνουν τα επιτόκια μέσα στο 2026. Τώρα, το αφήγημα ανατρέπεται βίαια. Στις ΗΠΑ, η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου έχει εκτιναχθεί πάνω από το 4,6%, ενώ τα 30ετή αμερικανικά ομόλογα ξεπέρασαν το 5,15%, το υψηλότερο επίπεδο από πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Οι αγορές συζητούν ανοιχτά ακόμη και το ενδεχόμενο νέας αύξησης επιτοκίων από τη Fed αντί για μειώσεις.
Η τιμή της βενζίνης ανεβαίνει ξανά, οι εφοδιαστικές αλυσίδες πιέζονται, τα λιπάσματα και οι μεταφορές ακριβαίνουν, ενώ η κρίση στα Στενά του Ορμούζ απειλεί περίπου το 20% της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου και LNG. Οι επενδυτές φοβούνται ότι ο κόσμος μπαίνει σε μια νέα εποχή διαδοχικών «σοκ προσφοράς» — πανδημία, Ουκρανία, Ιράν — που δεν επιτρέπουν στον πληθωρισμό να επιστρέψει πραγματικά στο 2%.
Για περισσότερο από μία δεκαετία μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, οι αγορές είχαν μάθει να λειτουργούν με σχεδόν μηδενικά επιτόκια και άφθονη ρευστότητα. Αυτό το μοντέλο φαίνεται να καταρρέει. Οι κυβερνήσεις έχουν συσσωρεύσει τεράστια χρέη μετά την πανδημία και τώρα καλούνται να δαπανήσουν ακόμη περισσότερα για άμυνα, ενεργειακές επιδοτήσεις και στήριξη νοικοκυριών. Οι επενδυτές βλέπουν έναν επικίνδυνο συνδυασμό: υψηλό πληθωρισμό, τεράστια δημοσιονομικά ελλείμματα, γεωπολιτικό κατακερματισμό, ακριβότερες αλυσίδες εφοδιασμού και πολιτική πίεση προς τις κεντρικές τράπεζες να κρατούν τα επιτόκια χαμηλά.
Όπως σημειώνουν αναλυτές της TS Lombard και της JPMorgan, η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται πιθανότατα σε μια πιο «πληθωριστική» εποχή, όπου τα σοκ θα είναι πιο συχνά και η μεταβλητότητα μόνιμο χαρακτηριστικό. Ο μεγάλος φόβος των κεντρικών τραπεζών δεν είναι μόνο η άνοδος των τιμών σήμερα, αλλά και το ενδεχόμενο να αρχίσουν επιχειρήσεις, εργαζόμενοι και επενδυτές να πιστεύουν ότι ο υψηλός πληθωρισμός θα παραμείνει για χρόνια. Αν συμβεί αυτό, οι εργαζόμενοι θα ζητούν συνεχώς μεγαλύτερες αυξήσεις, οι επιχειρήσεις θα ανεβάζουν προληπτικά τιμές και οι επενδυτές θα απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις για να αγοράζουν κρατικό χρέος.
Η κεντρική τράπεζα της Αυστραλίας έχει ήδη προβεί φέτος σε τρεις αυξήσεις επιτοκίων, ακριβώς επειδή φοβάται αυτό το σενάριο. Η αγορά αρχίζει να αναρωτιέται αν η Fed υπό τον νέο διοικητή Κέβιν Γουόρς θα αναγκαστεί να κινηθεί πιο επιθετικά, παρά τις πιέσεις του Ντόναλντ Τραμπ για χαμηλότερα επιτόκια.
Το παράδοξο είναι ότι ενώ η αγορά ομολόγων εκπέμπει συναγερμό, η Wall Street συνεχίζει να κινείται κοντά σε ιστορικά υψηλά. Αυτό δεν καθησυχάζει τους πάντες, καθώς πολλοί επενδυτές θυμίζουν ότι ιστορικά η αγορά ομολόγων «βλέπει» πρώτη τις κρίσεις. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο αναλυτής Charlie Garcia, «όταν μετοχές και ομόλογα διαφωνούν τόσο έντονα, συνήθως τα ομόλογα είναι εκείνα που έχουν δίκιο». Η ανησυχία είναι ότι οι αγορές μετοχών ίσως υποτιμούν την επιβράδυνση της οικονομίας, το αυξανόμενο κόστος δανεισμού, τις πιέσεις στους καταναλωτές και τον κίνδυνο ενός νέου εφιάλτη: του στασιμοπληθωρισμού.
Πίσω από όλα αυτά διαμορφώνεται κάτι βαθύτερο. Οι αγορές αρχίζουν να αποδέχονται ότι ο κόσμος μετά την πανδημία δεν επιστρέφει στην «παλιά κανονικότητα». Η παγκοσμιοποίηση γίνεται ακριβότερη, οι κυβερνήσεις επανεξοπλίζονται, οι κυρώσεις, οι εμπορικοί πόλεμοι και οι γεωπολιτικές συγκρούσεις αναδιαμορφώνουν το παγκόσμιο εμπόριο και η κλιματική κρίση πιέζει τρόφιμα και πρώτες ύλες. Και σε όλα αυτά έρχονται να προστεθούν οι γηράσκοντες πληθυσμοί, εντείνοντας μακροπρόθεσμα τις δημοσιονομικές πιέσεις. Για χρόνια, οι επενδυτές είχαν μάθει να φοβούνται την ύφεση. Τώρα αρχίζουν να φοβούνται έναν κόσμο με μόνιμα ακριβότερο χρήμα, επίμονο πληθωρισμό και κυβερνήσεις που δανείζονται ολοένα περισσότερο για να κρατήσουν τις οικονομίες όρθιες.