Το καλοκαίρι του 2025, το όνομα του Στεφάν Μπουζνά άρχισε να απασχολεί τα περισσότερα οικονομικά και μη δημοσιογραφικά γραφεία της Ελλάδας. Ο λόγος ήταν το ενδιαφέρον του για την απόκτηση της (πρώην) ΕΧΑΕ, το οποίο οδήγησε στη δημόσια πρόταση του Νοεμβρίου. Σήμερα, ο Γάλλος διευθυντής, που ηγείται της Euronext από το 2015, μπορεί να υπερηφανεύεται ότι έχει προσθέσει έναν ακόμη κρίκο στη μεγαλύτερη χρηματιστηριακή αλυσίδα της Ευρώπης, η οποία καταγράφει οκτώ συνεχόμενα τρίμηνα με διψήφιο ρυθμό ανάπτυξης.
Τα οικονομικά στοιχεία του πρώτου τριμήνου είναι ενδεικτικά της διοίκησης του Στεφάν Μπουζνά, με τα έσοδα να ξεπερνούν τα 528 εκατ. ευρώ (+15,3%), τα προσαρμοσμένα EBITDA να φθάνουν τα 343 εκατ. ευρώ (+16,7%) και τα καθαρά κέρδη να υπερβαίνουν τα 192 εκατ. ευρώ (+16,7%). Αν συγκρίνουμε με τα μεγέθη του 2015, την αρχή της θητείας του, τα έσοδα ήταν 518 εκατ. ευρώ, το EBITDA 283 εκατ. ευρώ και τα καθαρά κέρδη 172 εκατ. ευρώ. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι αυτά τα νούμερα αφορούν το σύνολο του 12μήνου εκείνης της χρονιάς, πράγμα που σημαίνει ότι η Euronext σήμερα βγάζει όσα έβγαζε σε έναν χρόνο το 2015, σε μόλις ένα τρίμηνο.
Οι κινήσεις και οι πρωτοβουλίες του Στεφάν Μπουζνά έχουν παίξει καθοριστικό ρόλο σε αυτό το επίτευγμα. Ο βασικός μοχλός του business plan του 62χρονου Γάλλου είναι το όραμα μιας όσο το δυνατόν πιο ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς. Αυτό το σχέδιο το έχει υπηρετήσει μέσω διαδοχικών εξαγορών, όπως τα deals για τα Χρηματιστήρια του Δουβλίνου (2018), του Όσλου (2019), της Κοπεγχάγης (2020) και του Μιλάνου (2021), που έχουν εμπλουτίσει το «οπλοστάσιο» της Euronext, δίπλα στις ήδη υπάρχουσες αγορές του Παρισιού, του Άμστερνταμ, των Βρυξελλών και της Λισαβόνας. Αν και τα περιθώρια είναι σχετικά περιορισμένα, δεν αποκλείεται να υπάρξουν και νέες «μεταγραφές».
Φέτος, ο Μπουζνά πρόσθεσε ακόμη έναν κρίκο, αυτόν της Αθήνας, για την οποία φαίνεται ότι έχει ιδιαίτερα σχέδια, ειδικά αν σκεφτούμε τις προοπτικές που ανοίγονται από την απόφαση για επανένταξη στις Αναπτυγμένες Αγορές - αρχικά από τους οίκους FTSE και Stoxx τον Σεπτέμβριο του 2026 και στη συνέχεια από τον οίκο MSCI τον Μάιο του 2027. Η ενσωμάτωση της πλατφόρμας Optiq® και η ανάπτυξη του νέου τεχνολογικού hub είναι δύο από τις βασικές προτεραιότητες της επόμενης περιόδου.