Τα στοιχεία του πληθωρισμού που ανακοινώθηκαν στις ΗΠΑ την Τρίτη είχαν μια σημαντική πολιτική παρενέργεια: για πρώτη φορά εδώ και τρία χρόνια, οι μισθοί των Αμερικανών εργαζομένων υπολείπονται του πληθωρισμού. Η ακρίβεια, που ήταν το αδύνατο σημείο της διακυβέρνησης Μπάιντεν και που ο πρόεδρος Τραμπ επικρίνει συνεχώς, φαίνεται να εξελίσσεται στην αχίλλειο πτέρνα των Trumponomics.

Οι Αμερικανοί εργαζόμενοι πλέον κερδίζουν λιγότερα σε πραγματικούς όρους, κάτι που απειλεί την ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας μέσω των καταναλωτικών δαπανών. Αυτό συμβαίνει σε μια περίοδο αναιμικής αγοράς εργασίας, που περιορίζει τη δυνατότητα των εργαζομένων να αλλάξουν δουλειά και να πετύχουν υψηλότερους μισθούς. Αν και ο Τραμπ δεν απέδωσε ποτέ στην πανδημία το πληθωριστικό σοκ της τετραετίας Μπάιντεν, οι περισσότεροι ειδικοί συμφωνούν ότι τα αμερικανικά νοικοκυριά συνεχίζουν να υφίστανται το βάρος του αυξανόμενου ενεργειακού κόστους, το οποίο προστίθεται στο κύμα πληθωρισμού που υπάρχει ήδη από την πανδημία.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν, ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή (CPI) αυξήθηκε κατά 3,8% τον Απρίλιο σε ετήσια βάση, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από το 2023. Οι μισθοί των χαμηλόβαθμων εργαζομένων αυξήθηκαν κατά 3,6%, παρουσιάζοντας βελτίωση σε σχέση με τον Μάρτιο, αλλά όχι αρκετή ώστε να καλύψουν τον πληθωρισμό. Έτσι, οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν κατά 0,2%, σημειώνοντας την πρώτη μείωση σε ετήσια βάση από το 2023.

Η έκθεση για τον πληθωρισμό του Απριλίου δείχνει επίμονες πιέσεις στις τιμές σε κατηγορίες που επηρεάζουν περισσότερο τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, όπως τα τρόφιμα και η ενέργεια. Η άνοδος των τιμών της ενέργειας ευθύνεται για το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης του πληθωρισμού, καθώς αυξήθηκαν κατά σχεδόν 4%, μετά από άνοδο περίπου 11% τον Μάρτιο. Σε ετήσια βάση, το ενεργειακό κόστος έχει αυξηθεί κατά 18%. Οι τιμές των τροφίμων επίσης εκτοξεύθηκαν, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη μηνιαία αύξηση από τα τέλη του περασμένου έτους.

Τα αμερικανικά νοικοκυριά έχουν «απορροφήσει» σωρευτικό πληθωρισμό περίπου 30% στις τιμές καταναλωτή από την πανδημία. Η νέα πίεση έρχεται να προστεθεί σε ήδη επιβαρυμένους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Αν η κρίση του 2022-23 προκλήθηκε από τις στρεβλώσεις που προκάλεσε η πανδημία στις εφοδιαστικές αλυσίδες, υπήρχε το «μαξιλαράκι» μιας δυναμικής αγοράς εργασίας που έδινε στους εργαζόμενους τη δυνατότητα να αλλάζουν δουλειές για καλύτερους μισθούς. Ωστόσο, η σημερινή πίεση είναι πιο δύσκολο να αποφευχθεί, καθώς πρόκειται για ενεργειακό σοκ που πηγάζει από έναν αβέβαιο πόλεμο, πλήττοντας καταναλωτές που έχουν λιγότερες ευκαιρίες να αλλάξουν εργασία και να διαπραγματευτούν υψηλότερες αποδοχές.