Μια αγορά που άνθησε στη σκιά της κρίσης του 2008 και εξελίχθηκε σε γίγαντα σχεδόν 2 τρισ. δολαρίων αρχίζει πλέον να προκαλεί ανοιχτή ανησυχία στις παγκόσμιες εποπτικές αρχές. Το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (FSB), ο διεθνής οργανισμός που συντονίζει τις μεγάλες κεντρικές τράπεζες, τις ρυθμιστικές αρχές και τα υπουργεία Οικονομικών των χωρών της G20, προειδοποιεί ότι η εκρηκτική ανάπτυξη του private credit μπορεί να εξελιχθεί σε πηγή συστημικού κινδύνου για το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Στην καρδιά της ανησυχίας βρίσκεται ένα βασικό πρόβλημα: τεράστιοι όγκοι δανεισμού μεταφέρονται πλέον εκτός του παραδοσιακού τραπεζικού συστήματος, μέσα από περίπλοκες και συχνά αδιαφανείς δομές χρηματοδότησης. Το private credit γιγαντώθηκε μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, όταν οι τράπεζες υποχρεώθηκαν να περιορίσουν την έκθεσή τους σε πιο ριψοκίνδυνα δάνεια. Το κενό κάλυψαν ιδιωτικά funds, επενδυτικά οχήματα και εναλλακτικοί διαχειριστές κεφαλαίων, που άρχισαν να δανείζουν απευθείας επιχειρήσεις — συχνά με υψηλότερα επιτόκια και μεγαλύτερο ρίσκο.
Αρχικά, το private credit αφορούσε κυρίως μικρομεσαίες εταιρείες. Σήμερα όμως χρηματοδοτεί ολοένα μεγαλύτερους επιχειρηματικούς ομίλους, ενώ η συμμετοχή επενδυτών λιανικής αυξάνεται συνεχώς, ιδιαίτερα μέσω ημι-ρευστοποιήσιμων επενδυτικών προϊόντων. Και αυτό είναι που τρομάζει πλέον τις αρχές.
Το FSB προειδοποιεί ότι η αγορά χαρακτηρίζεται από έλλειψη διαφάνειας, μη τυποποιημένα στοιχεία και ασαφείς αποτιμήσεις. Σε αντίθεση με τις παραδοσιακές αγορές ομολόγων ή τραπεζικών δανείων, μεγάλο μέρος του private credit λειτουργεί σε ένα περιβάλλον περιορισμένης δημοσιοποίησης δεδομένων. Οι εποπτικές αρχές δυσκολεύονται να χαρτογραφήσουν πλήρως ποιος δανείζει ποιον, πόσο πραγματικό ρίσκο υπάρχει στους ισολογισμούς και πόσο αλληλένδετο έχει γίνει το σύστημα.
Το FSB εκτιμά ότι οι τράπεζες έχουν ανοίγματα τουλάχιστον 220 δισ. δολαρίων προς private credit funds μέσω γραμμών χρηματοδότησης και πιστωτικών διευκολύνσεων. Ωστόσο, εμπορικά δεδομένα δείχνουν ότι το πραγματικό ποσό μπορεί να είναι ακόμη και διπλάσιο.
Η μεγάλη ανησυχία δεν είναι μόνο το μέγεθος της αγοράς, αλλά η διασύνδεσή της με το υπόλοιπο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες, asset managers και private equity funds συνδέονται πλέον όλο και περισσότερο με την αγορά private credit μέσα από κοινές χρηματοδοτήσεις, δανειακές γραμμές και στρατηγικές συνεργασίες. Αυτό σημαίνει ότι μια σοβαρή επιδείνωση στην ποιότητα των δανείων θα μπορούσε να προκαλέσει αλυσιδωτές πιέσεις σε πολλαπλά σημεία του συστήματος.
Το FSB επισημαίνει μάλιστα ότι η αγορά δεν έχει δοκιμαστεί ακόμη σε μια μακρά και βαθιά οικονομική ύφεση. Οι φόβοι έχουν ήδη αρχίσει να εμφανίζονται στις ΗΠΑ, όπου αυξάνονται οι ανησυχίες για εκθέσεις σε εταιρείες τεχνολογίας, business development companies και προβληματικούς εταιρικούς δανειολήπτες. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η αύξηση των λεγόμενων payment-in-kind loans — δανείων στα οποία οι τόκοι δεν πληρώνονται σε μετρητά αλλά προστίθενται στο χρέος. Αυτή η πρακτική συχνά θεωρείται ένδειξη ότι οι δανείοληπτες δυσκολεύονται ήδη να εξυπηρετήσουν τις υποχρεώσεις τους.
Το θέμα έχει περάσει πλέον και στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας. Η βρετανική Barclays αποκάλυψε έκθεση περίπου 20 δισ. δολαρίων στο private credit, ενώ η γερμανική Deutsche Bank ανακοίνωσε ανοίγματα περίπου 30 δισ. δολαρίων — σχεδόν το 2% του συνολικού χαρτοφυλακίου δανείων της. Η γαλλική BNP Paribas γνωστοποίησε αντίστοιχα έκθεση περίπου 25 δισ. δολαρίων.
Τόσο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα όσο και η Τράπεζα της Αγγλίας έχουν εκφράσει ανοιχτά ανησυχίες για τους συστημικούς κινδύνους που μπορεί να δημιουργήσει ο κλάδος. Η βρετανική κεντρική τράπεζα πραγματοποιεί ήδη stress tests μαζί με τη βιομηχανία, εξετάζοντας σενάρια πίεσης σε αποτιμήσεις, ποιότητα ενεργητικού και ρευστότητα.
Για πολλούς αναλυτές, το private credit θυμίζει ολοένα περισσότερο τη λογική του «σκιώδους τραπεζικού συστήματος» που αναπτύχθηκε πριν από την κρίση του 2008. Ένα τεράστιο δίκτυο χρηματοδότησης λειτουργεί έξω από το αυστηρά εποπτευόμενο τραπεζικό πλαίσιο, αλλά παραμένει στενά συνδεδεμένο με αυτό. Όσο η οικονομία αναπτύσσεται και τα επιτόκια υποχωρούν, το μοντέλο μοιάζει εξαιρετικά κερδοφόρο. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι θα συμβεί όταν η οικονομία μπει σε βαθύτερη ύφεση, οι χρεοκοπίες αυξηθούν και οι επενδυτές αρχίσουν να ζητούν πίσω τα χρήματά τους. Και αυτό ακριβώς είναι το σενάριο που πλέον φοβούνται οι παγκόσμιοι επόπτες.