Πριν από λίγους μήνες, ο Τζέιμι Ντάιμον προειδοποιούσε ότι στην αγορά ιδιωτικού δανεισμού υπάρχουν «κατσαρίδες» που η Wall Street δεν έχει ακόμη εντοπίσει. Τώρα, ορισμένοι αναλυτές θεωρούν ότι το πρόβλημα είναι πολύ πιο σοβαρό: δεν πρόκειται απλώς για μεμονωμένες εστίες κινδύνου, αλλά για μια ολόκληρη «επιδρομή τερμιτών» που απειλεί αθόρυβα τα θεμέλια του private equity και του μη τραπεζικού δανεισμού.
Ο αρθρογράφος του MarketWatch, Μαρκ Χάλμπερτ, προειδοποιεί ότι τα προβλήματα στην αγορά ιδιωτικού δανεισμού μπορεί να εξελιχθούν σε πολύ μεγαλύτερη απειλή για τα private-equity funds, τα οποία έχουν επενδύσει στις ίδιες προβληματικές εταιρείες. Εάν οι επενδυτές ανησυχούν ήδη για τη «φούσκα» στο private credit, τότε θα πρέπει να είναι ακόμη πιο επιφυλακτικοί απέναντι στο private equity. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσής του, στην οποία εξηγεί πώς τα δύο οικοσυστήματα είναι πολύ πιο στενά συνδεδεμένα απ’ όσο πιστεύει η αγορά.
«Όταν το private credit κρυολογεί, το private equity παθαίνει πνευμονία», σημειώνουν οι ειδικοί. Η προειδοποίηση έρχεται σε μια περίοδο που αυξάνονται οι ανησυχίες για την ποιότητα των δανείων στην αγορά ιδιωτικού δανεισμού — δηλαδή του μη τραπεζικού δανεισμού προς επιχειρήσεις χαμηλότερης πιστοληπτικής ικανότητας, οι οποίες δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση από τις παραδοσιακές τράπεζες.
Σύμφωνα με τον Χάλμπερτ, το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι τα private-equity funds έχουν επενδύσει ακριβώς στις ίδιες υποαποδοτικές εταιρείες που δανείζονται από την αγορά private credit. Όταν οι εταιρείες αυτές αρχίζουν να πιέζονται από τα υψηλά επιτόκια και τη δυσκολία εξυπηρέτησης των δανείων τους, οι ζημιές δεν περιορίζονται μόνο στους δανειστές. Πλήττουν ακόμη περισσότερο τους μετόχους των private-equity funds, επειδή το μετοχικό κεφάλαιο βρίσκεται χαμηλότερα στην ιεραρχία αποπληρωμής σε σχέση με το χρέος.
Ο Χάλμπερτ επικαλείται πρόσφατη έκθεση της MSCI, σύμφωνα με την οποία η κατάσταση στο private credit είναι χειρότερη απ’ όσο θεωρούσαν μέχρι σήμερα πολλοί επενδυτές. Η έκθεση έδειξε ότι το 15,7% των δανείων σε private-credit funds αποτιμάται πλέον κάτω από το 80% της ονομαστικής του αξίας — επίπεδο που θεωρείται ένδειξη σοβαρής πίεσης, ενώ πάνω από το 10% αποτιμάται κάτω από το 50%, κάτι που συνδέεται συνήθως με βαθιά κρίση ή ακόμη και κίνδυνο αναδιάρθρωσης.
Τα στοιχεία αυτά αφορούσαν το τέλος του τρίτου τριμήνου του 2025. Έκτοτε, οι αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων έχουν αυξηθεί σημαντικά, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους. Ο Χάλμπερτ επισημαίνει ότι οι αποδόσεις της αγοράς επιβεβαιώνουν ήδη αυτή τη σχέση. Από τα τέλη Σεπτεμβρίου μέχρι σήμερα, τα private-credit ETFs έχουν υποχωρήσει κατά μέσο όρο 6,3%, ενώ τα private-equity ETFs καταγράφουν πολύ μεγαλύτερες απώλειες, της τάξης του 12,5%. Την ίδια στιγμή, ο S&P 500 έχει ενισχυθεί περίπου 12,5%, δείχνοντας πόσο διαφορετικά αξιολογεί η αγορά τον κίνδυνο στα μη εισηγμένα assets.
Το private credit και το private equity αποτέλεσαν τα τελευταία χρόνια από τα πιο δημοφιλή στοιχήματα της Wall Street, καθώς τα μεγάλα funds αναζητούσαν υψηλότερες αποδόσεις εκτός παραδοσιακού τραπεζικού συστήματος και χρηματιστηρίων. Όμως τώρα, με τα επιτόκια να παραμένουν υψηλά και την οικονομία να επιβραδύνεται, αυξάνονται οι φόβοι ότι μεγάλο μέρος αυτής της αγοράς στηρίχθηκε σε υπερβολικά φθηνό χρήμα και αισιόδοξες αποτιμήσεις. Εάν οι πιέσεις στο private credit συνεχιστούν, τότε οι επενδυτές στο private equity μπορεί να βρεθούν αντιμέτωποι με πολύ μεγαλύτερες απώλειες απ’ όσες περιμένουν σήμερα.