Οι βελτιώσεις στη φορολογική διοίκηση έχουν διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, διευρύνοντας τη φορολογική βάση και ενισχύοντας την εμπιστοσύνη στο σύστημα. Αυτό καταλήγει μελέτη του ΔΝΤ για το ρόλο της φορολογικής διοίκησης στην οικονομική ανάκαμψη της Ελλάδας. Σύμφωνα με τη μελέτη, η επόμενη πρόκληση είναι να διασφαλιστεί ότι τα πρόσφατα κέρδη θα έχουν μόνιμο χαρακτήρα. Αν και η μεταρρυθμιστική ατζέντα δεν έχει ολοκληρωθεί, η έκταση και η αλληλουχία της ελληνικής ανάκαμψης προσφέρουν πολύτιμα διδάγματα για άλλες χώρες που επιδιώκουν φορολογικές μεταρρυθμίσεις.

Οι συγγραφείς της μελέτης επισημαίνουν ότι προτεραιότητα θα πρέπει να δοθεί στη συστηματικότερη χρήση αναλυτικών εργαλείων και τεχνητής νοημοσύνης για τη διαχείριση κινδύνων φορολογικής συμμόρφωσης, την περαιτέρω βελτίωση των υπηρεσιών προς τους φορολογουμένους και της εμπιστοσύνης τους, καθώς και τη διασφάλιση ότι οι δεξιότητες και η στελέχωση συμβαδίζουν με τις ταχύτατες τεχνολογικές εξελίξεις. Όπως τονίζει το ΔΝΤ, η Ελλάδα, από παράδειγμα προς αποφυγή στην Ευρώπη, έχει μετατραπεί σε μία από τις μόλις πέντε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που καταγράφουν πρωτογενές πλεόνασμα.

Οι συγγραφείς της μελέτης κάνουν λόγο για μια εντυπωσιακή ανατροπή, που αναδεικνύει πόσο έχουν βελτιωθεί τα δημόσια οικονομικά της χώρας. «Η αλλαγή αυτή αντανακλά, σε σημαντικό βαθμό, τον μετασχηματισμό της φορολογικής διοίκησης, η οποία μείωσε σταδιακά τα κενά φορολογικής συμμόρφωσης και αποκατέστησε τη δημοσιονομική αξιοπιστία — έναν από τους αθόρυβους κινητήρες της ευρύτερης οικονομικής ανάκαμψης της Ελλάδας». Μάλιστα, αναφέρονται και στην τελευταία αξιολόγηση του Ταμείου για τη χώρα μας, όπου διαπιστώνεται ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε καλή θέση για να αντιμετωπίσει εξωτερικούς κραδασμούς, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που απορρέουν από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.

Με βάση τη μελέτη, οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να υλοποιήσουν τους στόχους των δημοσιονομικών μεταρρυθμίσεών τους αν το φορολογικό σύστημα δεν είναι δίκαιο, αξιόπιστο και διαφανές. Η ανάπτυξη αυτών των δυνατοτήτων απαιτεί χρόνο. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με το ΔΝΤ, η μεταρρύθμιση εξελίχθηκε σε τρεις αλληλοενισχυόμενες φάσεις:

  • Σταθεροποίηση (2010–12): Το 2010 η χώρα υπέγραψε το πρώτο μνημόνιο, με τις παρεμβάσεις στη φορολογική διοίκηση να επικεντρώνονται στη σταθεροποίηση των εσόδων και στη δημιουργία των βάσεων για βαθύτερες μεταρρυθμίσεις. Αυτές περιελάμβαναν ένα σχέδιο καταπολέμησης της φοροδιαφυγής και στοχευμένα προγράμματα για τη βελτίωση της είσπραξης εσόδων από μεγάλους φορολογουμένους.
  • Θεσμική οικοδόμηση (2013–17): Από τον Αύγουστο του 2012, η Ελλάδα προχώρησε στη συγχώνευση του δικτύου των φορολογικών υπηρεσιών, μειώνοντας τον αριθμό των τοπικών εφοριών από 288 σε 119. Με νόμο το 2016 συστήνεται η ΑΑΔΕ, η οποία τέθηκε σε λειτουργία το 2017.
  • Ψηφιακός μετασχηματισμός (2018–25): Παρότι τα ψηφιακά εργαλεία είχαν αρχίσει να εισάγονται νωρίτερα, η αποφασιστική ώθηση δόθηκε αφού είχαν τεθεί σταθερά θεσμικά θεμέλια. Στο στάδιο αυτό, η φορολογική διοίκηση διέθετε τη διακυβέρνηση, τις δεξιότητες και την αξιοπιστία που απαιτούνταν για τον ψηφιακό μετασχηματισμό.

Μεταξύ 2020 και 2025, η Ελλάδα ανέπτυξε ένα ολοκληρωμένο σύνολο ψηφιακών συστημάτων, από αναλυτικά εργαλεία υποστήριξης διοίκησης έως ηλεκτρονική τιμολόγηση σε πραγματικό χρόνο. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές διευκόλυναν τη συμμόρφωση των φορολογουμένων και παρείχαν στους ελεγκτές πιο αποτελεσματικά εργαλεία για τον εντοπισμό κινδύνων και τη στοχευμένη επιβολή ελέγχων. Αποτέλεσμα; Τα έσοδα από ΦΠΑ να αυξάνονται κατά 2,4 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ μέσα σε 15 χρόνια, από 7,1% το 2010 σε περίπου 9,5% το 2025.