Οι διεθνείς αγορές δείχνουν ολοένα και πιο αισιόδοξες ότι μια πιθανή συμφωνία μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν θα μπορούσε να οδηγήσει στην επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, περιορίζοντας έναν από τους μεγαλύτερους γεωπολιτικούς κινδύνους που έχουν πιέσει τις παγκόσμιες αγορές τους τελευταίους μήνες. Αυτή η αισιοδοξία ενίσχυσε τις ευρωπαϊκές μετοχές στη συνεδρίαση της Δευτέρας, με τον πανευρωπαϊκό δείκτη Stoxx 600 να κλείνει κοντά στα ιστορικά του υψηλά που είχε καταγράψει στα τέλη Φεβρουαρίου, πριν η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή προκαλέσει αναταράξεις στις διεθνείς αγορές, άνοδο του πληθωρισμού και φόβους για επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης.

Ανάλογα θετικά είναι και τα προγνωστικά για την αυριανή συνεδρίαση της Wall Street, καθώς η αμερικανική αγορά δεν λειτούργησε τη Δευτέρα λόγω της εθνικής αργίας του Memorial Day. Παρά την αισιοδοξία, οι στρατηγικοί αναλυτές της Capital Economics, με επικεφαλής τον Τόμας Μάθιους, προειδοποιούν ότι οποιοδήποτε ράλι ανακούφισης ενδέχεται να είναι πιο περιορισμένο από ό,τι ελπίζουν οι επενδυτές. Θεωρούν ότι, ακόμη και αν υπάρξει άμεση συμφωνία, το περιθώριο για ένα ισχυρό και ευρείας κλίμακας ράλι στις αγορές μπορεί να είναι πολύ πιο περιορισμένο από όσο αναμενόταν.

Σύμφωνα με τον Μάθιους, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι αγορές έχουν δείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα καθ' όλη τη διάρκεια της σύγκρουσης, κάτι που περιορίζει τη δυναμική ενός νέου «relief rally». Αναφέρονται τρεις βασικοί λόγοι για το σκεπτικό αυτό: πρώτον, οι πετρελαϊκές τιμές παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, δεύτερον, η επίδραση στη νομισματική πολιτική των κεντρικών τραπεζών και τρίτον, η ανθεκτικότητα των αγορών κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης.

Η Capital Economics εκτιμά ότι, ακόμη και σε περίπτωση αποκλιμάκωσης, οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου δύσκολα θα επιστρέψουν άμεσα στα επίπεδα που βρίσκονταν πριν από τον πόλεμο. Η αγορά θα συνεχίσει να ενσωματώνει σημαντικό γεωπολιτικό premium ρίσκου γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, ειδικά όσο παραμένουν ανοιχτά κρίσιμα ζητήματα όπως το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και οι κυρώσεις κατά της Τεχεράνης. Η αποκατάσταση των ενεργειακών ροών εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως η επαναφορά της παραγωγικής ικανότητας του πετρελαίου και η σταθεροποίηση του ασφαλιστικού και μεταφορικού κόστους στις θαλάσσιες μεταφορές.

Η Capital Economics είχε προειδοποιήσει ότι ένα πλήρες κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ θα μπορούσε να ωθήσει το πετρέλαιο πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, ακόμη και αν οι δυτικές κυβερνήσεις προχωρούσαν σε αποδεσμεύσεις στρατηγικών αποθεμάτων. Μια συμφωνία μπορεί να οδηγήσει σε βραχυπρόθεσμη αποκλιμάκωση των τιμών, αλλά η πλήρης επαναφορά της ισορροπίας στην αγορά του πετρελαίου ίσως να μην επιτευχθεί πριν από το 2027. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η παραμονή του ενεργειακού κόστους σε υψηλά επίπεδα θα συνεχίσει να ασκεί πίεση στις οικονομίες που εξαρτώνται από εισαγωγές ενέργειας, ιδιαίτερα στην Ευρώπη και την Ασία.

Το δεύτερο βασικό πρόβλημα για τις αγορές είναι η νομισματική πολιτική, λόγω της εκτίναξης των ενεργειακών τιμών και της αναζωπύρωσης των πληθωριστικών φόβων. Οι αναλυτές θεωρούν ότι οι ενεργειακές τιμές δεν πρόκειται να υποχωρήσουν εύκολα, γεγονός που δεν θα αλλάξει δραστικά την επιτοκιακή πολιτική των μεγάλων κεντρικών τραπεζών. Επιπλέον, αναμένονται πιέσεις στις τιμές τροφίμων αργότερα μέσα στη χρονιά, καθώς το υψηλό κόστος των καυσίμων και των logistics επηρεάζει την εφοδιαστική αλυσίδα.

Η Capital Economics προειδοποιεί ότι οι «δευτερογενείς πληθωριστικές πιέσεις» δεν έχουν ακόμη εκδηλωθεί πλήρως. Οι προσδοκίες για μειώσεις επιτοκίων έχουν ήδη μετατεθεί χρονικά προς τα πίσω, αν όχι έχουν ματαιωθεί, λόγω του υψηλού ενεργειακού κόστους και των επίμονων πληθωριστικών πιέσεων. Οι αναλυτές σημειώνουν ότι οι μειώσεις επιτοκίων πιθανότατα δεν θα είναι στην ατζέντα για φέτος στις περισσότερες μεγάλες οικονομίες, ακόμη και αν τελειώσει ο πόλεμος.

Η Capital Economics επισημαίνει ότι αγορές όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου οι επενδυτές προεξοφλούν σχετικά υψηλά επιτόκια, θα μπορούσαν να αντιδράσουν πιο έντονα σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Παράλληλα, υπογραμμίζουν ότι η αδυναμία που εμφάνισαν οι μετοχές κατά τη διάρκεια της κρίσης δεν προήλθε από πανικό των επενδυτών, αλλά κυρίως από την άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων, η οποία πίεσε τις αποτιμήσεις, ιδιαίτερα στον τεχνολογικό κλάδο.

Η Capital Economics θεωρεί ότι η διάθεση για ανάληψη ρίσκου παρέμεινε ανθεκτική κατά τη διάρκεια της γεωπολιτικής κρίσης, περιορίζοντας το περιθώριο για μια θεαματική ανοδική έκρηξη σε μετοχές και άλλα ριψοκίνδυνα assets. Οι αγορές φαίνεται να συνηθίζουν τη γεωπολιτική ένταση, με αποτέλεσμα οι νέες σημαντικές ειδήσεις γύρω από τις συνομιλίες ΗΠΑ–Ιράν να προκαλούν μικρότερες αντιδράσεις σε σχέση με τις πρώτες εβδομάδες της κρίσης. Έτσι, οι επόμενες κινήσεις στις αγορές θα εξαρτηθούν περισσότερο από την πορεία των εταιρικών κερδών, ιδιαίτερα στον τομέα της τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης, παρά από πιθανές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.