Στο τέλος της εβδομάδας, η Wall Street είδε φρένο στο πολυήμερο ράλι της, κυρίως λόγω της εκτίναξης των αποδόσεων στα κρατικά ομόλογα, των νέων φόβων για επίμονο πληθωρισμό λόγω της ενεργειακής κρίσης και της απογοήτευσης των επενδυτών από την έλλειψη ουσιαστικών συμφωνιών στη σύνοδο Τραμπ–Σι. Αυτό οδήγησε σε ισχυρές ρευστοποιήσεις, κυρίως στις τεχνολογικές μετοχές και τον κλάδο των ημιαγωγών, με αποτέλεσμα και οι τρεις δείκτες να κλείσουν πτωτικά μετά τα ιστορικά υψηλά της προηγούμενης ημέρας.
Συγκεκριμένα, ο δείκτης Dow Jones υποχώρησε κατά 1,06% στις 49.533 μονάδες, ενώ ο S&P 500 κατέγραψε πτώση 1,24% στις 7.408 μονάδες. Ο Nasdaq σημείωσε ακόμη μεγαλύτερες απώλειες, με πτώση 1,54% στις 26.225 μονάδες, καθώς οι επενδυτές εγκατέλειψαν προσωρινά το trade της τεχνητής νοημοσύνης που είχε οδηγήσει τις αγορές σε νέα ιστορικά υψηλά. Παρά τη διόρθωση αυτή, ο S&P 500 κατέγραψε την έβδομη συνεχόμενη εβδομάδα ανόδου, το μεγαλύτερο σερί από τα τέλη του 2023.
Ωστόσο, αρκετοί αναλυτές ανησυχούν ότι το ράλι έχει γίνει υπερβολικά «στενό», στηριζόμενο κυρίως σε λίγες μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες και μετοχές AI. Την Παρασκευή, ο δείκτης μετοχών ημιαγωγών σημείωσε πτώση περίπου 3%, με τις Intel, Advanced Micro Devices, Micron Technology και Nvidia να δέχονται έντονες πιέσεις, καθώς οι επενδυτές προχώρησαν σε μαζικές κατοχυρώσεις κερδών μετά το εντυπωσιακό ράλι των τελευταίων εβδομάδων.
Η εικόνα στις αγορές άλλαξε δραματικά, καθώς οι αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων εκτινάχθηκαν σε υψηλά πολλών μηνών. Η απόδοση του 30ετούς ομολόγου αυξήθηκε σχεδόν κατά 12 μονάδες βάσης, φτάνοντας στο 5,129%, το υψηλότερο επίπεδο από τον Μάιο του 2025. Ο δείκτης του 10ετούς ομολόγου, που αποτελεί το βασικό σημείο αναφοράς για το κόστος δανεισμού στις ΗΠΑ, εκτινάχθηκε σχεδόν κατά 14 μονάδες βάσης, στο 4,595%. Παράλληλα, η απόδοση του 2ετούς ομολόγου ενισχύθηκε περισσότερο από 9 μονάδες βάσης, φτάνοντας στο 4,084%, καθώς οι αγορές αυξάνουν τα στοιχήματα για νέα αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής.
Με τη σύγκρουση με το Ιράν να παραμένει χωρίς ορατή λύση, οι επενδυτές ανησυχούν ότι το μπλοκάρισμα των Στενών του Ορμούζ θα βαθύνει τις διαταραχές στην παγκόσμια αγορά ενέργειας, τροφοδοτώντας νέο κύμα πληθωρισμού. Τα στοιχεία για τον πληθωρισμό στις Ηνωμένες Πολιτείες ενίσχυσαν αυτές τις ανησυχίες, καθώς οι πρόσφατες μετρήσεις για τις τιμές καταναλωτή και παραγωγού έδειξαν νέα επιτάχυνση των πιέσεων στις τιμές, κυρίως λόγω της ανόδου της ενέργειας.
Πάντως, για πρώτη φορά στον τρέχοντα κύκλο, τα futures της Fed υποδεικνύουν ότι η επόμενη κίνηση της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας μπορεί να είναι αύξηση επιτοκίων και όχι μείωση. Οι πιθανότητες για νέα άνοδο του κόστους δανεισμού έως τον Δεκέμβριο ξεπερνούν πλέον το 50%. Ο πρόεδρος Τραμπ δεν έδωσε σημάδια αποκλιμάκωσης μετά τη συνάντησή του με τον Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο, απογοητεύοντας τις αγορές που περίμεναν κάποια διπλωματική πρόοδο.
Οι αναλυτές προειδοποιούν ότι η ταυτόχρονη άνοδος του πετρελαίου και των αποδόσεων μπορεί να αποτελέσει σοβαρή απειλή για το χρηματιστηριακό ράλι. Η Λόρι Καλβασίνα της RBC Capital Markets σημείωσε ότι αν η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς φτάσει το 5%, τότε οι αποτιμήσεις των μετοχών θα δεχθούν ισχυρό πλήγμα. Ο Νταν Νάιλς της Niles Investment Management υπογράμμισε ότι οι 10 από τις τελευταίες 12 υφέσεις είχαν προηγηθεί από εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου.
Οι πιέσεις την Παρασκευή επεκτάθηκαν και στις μικρές κεφαλαιοποιήσεις, με τον Russell 2000 να χάνει περισσότερο από 2%, καταγράφοντας τη χειρότερη ημερήσια επίδοσή του από τον Νοέμβριο. Στον S&P 500, οι 10 από τους 11 βασικούς κλάδους κινήθηκαν πτωτικά, με τις μεγαλύτερες απώλειες να σημειώνονται στις εταιρείες πρώτων υλών, τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και τις βιομηχανικές μετοχές. Ο ενεργειακός κλάδος ήταν ο μοναδικός που έκλεισε με κέρδη λόγω της εκτίναξης του πετρελαίου.
Πιέσεις δέχθηκε και ο κλάδος λιανεμπορίου, καθώς οι επενδυτές ανησυχούν για επιβράδυνση της κατανάλωσης στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το SPDR S&P Retail ETF κατέγραψε πτώση άνω του 6% μέσα στην εβδομάδα, στη χειρότερη επίδοσή του από τον Οκτώβριο του 2025. Την ίδια ώρα, παρότι 11 μετοχές του S&P 500 σημείωσαν νέα ιστορικά υψηλά, άλλες 19 βυθίστηκαν σε χαμηλά 52 εβδομάδων, υπογραμμίζοντας τη μεγάλη απόκλιση που συνεχίζει να χαρακτηρίζει την αμερικανική αγορά.