Το πρώτο βήμα για τη μετάβαση στη μετα-ρωσικό αέριο εποχή είναι το σχέδιο απεξάρτησης που έχει καταρτίσει το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Το σχέδιο αυτό περιγράφει τις γενικές κατευθύνσεις για την υποκατάσταση των ποσοτήτων ρωσικού αερίου που φτάνουν στη χώρα. Μετά την απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης τον Δεκέμβριο του 2025 για την οριστική διακοπή του ρωσικού αερίου, τα κράτη-μέλη υποχρεούνται να καταθέσουν εθνικά σχέδια απεξάρτησης μέχρι την 1η Μαρτίου 2026.

Η Ελλάδα, σύμφωνα με αρμόδιες πηγές του ΥΠΕΝ, τήρησε τη σχετική υποχρέωση εντός του χρονοδιαγράμματος, με το σχέδιο να καθορίζει γενικές κατευθύνσεις για την υποκατάσταση των ποσοτήτων. Θα ακολουθήσει περαιτέρω εξειδίκευση του σχεδίου ως προς τα μέτρα και τις πολιτικές, με την «άσκηση» να εξελίσσεται σταδιακά, προσεγγίζοντας τα σχετικά καταληκτικά χρονικά «ορόσημα» που έχουν τεθεί από την ΕΕ για τη σταδιακή απεξάρτηση από τους ρωσικούς υδρογονάνθρακες.

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του ΔΕΣΦΑ, το πρώτο τρίμηνο οι εισαγωγές αερίου από τη Μόσχα μέσω Σιδηροκάστρου ανήλθαν σε 8,77 TWh, δηλαδή περίπου το 33% των συνολικών εισαγωγών. Σε σχέση με την εγχώρια κατανάλωση (20,43 TWh), το μερίδιο του ρωσικού αερίου διαμορφώθηκε στο 43% περίπου. Το σχέδιο που αναμένεται να εγκριθεί από την Κομισιόν περιλαμβάνει μια συνολική χαρτογράφηση της κατάστασης, αποτυπώνοντας τη δυνατότητα κάθε κράτους-μέλους να αντεπεξέλθει στην απώλεια των ποσοτήτων που έρχονται από τη Ρωσία.

Η Ελλάδα, όπως επισημαίνουν οι ίδιες πηγές, έχει τη δυνατότητα ομαλής μετάβασης στη μετα-ρωσικό αέριο εποχή. «Έχουμε επάρκεια δυναμικότητας για να καλύψουμε το κενό που θα προκύψει», τονίζουν, αναφερόμενοι στη δυνατότητα προμήθειας πολλαπλάσιων φορτίων υγροποιημένου φυσικού αερίου και αγώγιμου αερίου από το Αζερμπαϊτζάν μέσω του Διαδριατικού Αγωγού TAP. Αν και το υγροποιημένο φυσικό αέριο θα αποτελέσει τον βασικό πυλώνα για την υποκατάσταση των ποσοτήτων ρωσικού αερίου, το ελληνικό σχέδιο δεν περιορίζεται μόνο σε αυτό, αλλά περιλαμβάνει συνολικότερες παρεμβάσεις που θα μειώσουν τη βαρύτητα του καυσίμου στο ενεργειακό μίγμα της χώρας.

Η αναπλήρωση των αποθεμάτων φυσικού αερίου στις υπόγειες αποθήκες της Ευρώπης είναι ένα εγχείρημα με υψηλές απαιτήσεις και αβεβαιότητες, με τις βασικές αναλύσεις να συγκλίνουν στο αυξημένο κόστος. Ο οικονομικός διευθυντής της Equinor, Torgrim Reitan, τόνισε ότι η Ευρώπη θα δυσκολευτεί να αναπληρώσει τις αποθήκες φυσικού αερίου στο 80% πριν από την έναρξη του επόμενου χειμώνα, εκτιμώντας ότι οι τιμές δεν παρέχουν κίνητρα για την αποθήκευση φυσικού αερίου προς το παρόν.

Η πληρότητα των ευρωπαϊκών αποθηκών διαμορφώνεται μόλις στο 33,8%, επίπεδο αισθητά χαμηλότερο από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας, που φτάνει το 55%. Το επικρατέστερο σενάριο θέλει την Ευρώπη να επιδίδεται σε έναν αγώνα δρόμου από τον Μάιο για να εξασφαλίσει τα απαιτούμενα φορτία για την αναπλήρωση των αποθηκών, με τις τιμές να κυμαίνονται κατά 45%-50% υψηλότερα, πάντα υπό την αίρεση των εξελίξεων στην περιοχή.