Η συζήτηση για τη φορολογική πολιτική στη χώρα μας επανέρχεται δυναμικά, σε μία περίοδο όπου η ελληνική οικονομία προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη δημοσιονομική σταθερότητα και την ανάγκη για ανάπτυξη στην πραγματική οικονομία. Ένα κρίσιμο ερώτημα που τίθεται είναι αν ένα οριζόντιο μέτρο, όπως το τεκμαρτό εισόδημα, μπορεί να ενταχθεί σε ένα σύγχρονο και αναπτυξιακό φορολογικό μοντέλο.
Η αλήθεια είναι ότι ο τεκμαρτός τρόπος φορολόγησης βασίζεται σε μία οριζόντια λογική, η οποία δεν υποβοηθά την ανάπτυξη, καθώς δεν αποτυπώνει τις πραγματικές οικονομικές συνθήκες των επιχειρήσεων. Μετά από τρεις πλήρεις φορολογικές χρήσεις του μέτρου, έχουν αποτυπωθεί οι πραγματικές επιπτώσεις του. Αντί να αξιολογεί την πραγματική φοροδοτική ικανότητα, προσεγγίζει το εισόδημα με γενικευμένες και επισφαλείς παραδοχές, δημιουργώντας στρεβλώσεις, κυρίως για τις μικρές και πολύ μικρές εμπορικές επιχειρήσεις.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Εθνική Παρέμβαση της ΕΣΕΕ για την εξαίρεση του εμπορίου από το τεκμαρτό προέκυψε ως αίτημα αποκατάστασης της φορολογικής δικαιοσύνης, μέσω ομόφωνης απόφασης της Ολομέλειας των Εμπορικών Συλλόγων της χώρας. Η πρωτοβουλία αυτή δεν αποσκοπεί στην αποδυνάμωση της φορολογικής συμμόρφωσης, αλλά στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των ελέγχων, ώστε να εντοπίζεται η πραγματική φοροδιαφυγή.
Η παρέμβαση της ΕΣΕΕ, που επιδώσαμε στην ηγεσία του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, είναι ένα επιστημονικό και φοροτεχνικό κείμενο που εκφράζει την ενιαία φωνή του σύγχρονου ελληνικού εμπορίου. Επισημαίνει ότι το ισχύον πλαίσιο της τεκμαρτής φορολόγησης οδηγεί σε άνιση μεταχείριση μεταξύ επιχειρήσεων διαφορετικής νομικής μορφής. Μία ατομική εμπορική επιχείρηση μπορεί να επιβαρύνεται φορολογικά ακόμη και σε περίοδο περιορισμένης κερδοφορίας, ενώ άλλες μορφές επιχειρήσεων αξιολογούνται βάσει των πραγματικών οικονομικών τους αποτελεσμάτων.
Ιδιαίτερα προβληματική είναι και η σύνδεση του τεκμαρτού εισοδήματος με τον κατώτατο μισθό. Η εξίσωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας με μία μισθολογική παράμετρο αγνοεί ότι ο ελεύθερος επαγγελματίας ή ο μικρός έμπορος αναλαμβάνει επιχειρηματικό ρίσκο και λειτουργικό κόστος, που δεν μπορούν να αποτυπωθούν μέσω ενός ενιαίου οριζόντιου δείκτη. Παράλληλα, το σύστημα επιβαρύνει τις παλαιότερες επιχειρήσεις μέσω προσαυξήσεων που συνδέονται με τα έτη λειτουργίας τους.
Το σημαντικότερο είναι ότι το εμπόριο λειτουργεί σήμερα σε ένα περιβάλλον αυξημένης διαφάνειας. Η εφαρμογή ηλεκτρονικών βιβλίων και οι συνεχείς διασταυρώσεις συνθέτουν ένα πλαίσιο όπου η οικονομική δραστηριότητα παρακολουθείται σε πραγματικό χρόνο. Σε αυτό το πλαίσιο, μπορεί ένα σύστημα που φορολογεί τεκμαρτά εισοδήματα να ενισχύσει τη φορολογική συμμόρφωση ή να δημιουργήσει αντικίνητρα για την πλήρη αποτύπωση της οικονομικής δραστηριότητας;
Η ΕΣΕΕ έχει επισημάνει ότι το δημοσιονομικό αποτύπωμα από μία ενδεχόμενη εξαίρεση του εμπορίου παραμένει περιορισμένο σε σχέση με το συνολικό μέγεθος των φορολογικών εσόδων, ενώ μπορεί να αντισταθμιστεί μέσω στοχευμένων ελέγχων. Το ζητούμενο δεν είναι η χαλάρωση των ελέγχων, αλλά η μετάβαση από οριζόντια τεκμήρια σε πιο ακριβείς και στοχευμένες πρακτικές εποπτείας.
Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η αποκατάσταση της φορολογικής δικαιοσύνης δεν αποτελεί ένα κλαδικό αίτημα. Ένα φορολογικό σύστημα οφείλει να στηρίζεται σε πραγματικά οικονομικά δεδομένα, να ενθαρρύνει τη συμμόρφωση και να διασφαλίζει ότι οι συνεπείς επιχειρήσεις δεν αντιμετωπίζονται ως εν δυνάμει παραβάτες. Αυτό είναι βασική προϋπόθεση για την αποτελεσματικότητα της φορολογικής πολιτικής και για τη διαμόρφωση ενός υγιούς οικονομικού περιβάλλοντος.