Ανατροπή στις συντάξεις χηρείας και στα ποσά που εισπράττουν δεκάδες χιλιάδες δικαιούχοι φέρνει απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με τη χορήγηση της εθνικής σύνταξης. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε επί της «εγκυκλίου Τσακλόγλου», η οποία είχε εκδοθεί στις αρχές του 2021 και ερμηνεύοντας τον «νόμο Κατρούγκαλου» (ν.4387/16), τόνιζε ότι θα έπρεπε να καταβάλλεται μόνο μία εθνική σύνταξη σε όλους τους συνταξιούχους.
Το ΣτΕ αποφάσισε ότι οι συνταξιούχοι δεν θα πρέπει να λαμβάνουν πάνω από μία εθνική σύνταξη. Ωστόσο, επειδή η συγκεκριμένη εγκύκλιος έχει «κανονιστικό» και όχι ερμηνευτικό χαρακτήρα, ζήτησε να μην εφαρμοστεί. Με αυτή την απόφαση «ανοίγει ζήτημα» για τουλάχιστον 200.000 συντάξεις χηρείας που έχουν καταβληθεί από το 2019 έως σήμερα, έτος έναρξης εφαρμογής του σχετικού νόμου.
Εάν εφαρμοστεί «κατά γράμμα» η επίμαχη διάταξη, όπως ορίζει πλέον και το ΣτΕ, οι δικαιούχοι περισσότερων της μίας συντάξεων θα περιοριστούν σε μόνο μία εθνική σύνταξη. Αυτό σημαίνει ότι όσοι λαμβάνουν συντάξεις χηρείας θα εισπράττουν εθνική σύνταξη από τη δική τους, που είναι η πρώτη σύνταξη, και μόνο το ανταποδοτικό τμήμα που θα τους αναλογεί από τη δεύτερη, λόγω θανάτου του ή της συζύγου. Το όριο τίθεται στα 446 ευρώ, που είναι η βάση σύμφωνα με την παλιά σύνταξη του ΙΚΑ. Άρα, οι συντάξεις χηρείας δεν θα μπορούν να είναι μικρότερες, αλλά σίγουρα δεν θα πρέπει να περιλαμβάνουν και την εθνική σύνταξη του δικαιούχου που απεβίωσε.
Ξεχωριστό ζήτημα ανακύπτει για τις συντάξεις χηρείας που έχουν ήδη εκδοθεί από το 2019 μέχρι σήμερα. Με δεδομένο ότι υπάρχει το όριο της πενταετούς παραγραφής, πρακτικά αυτό σημαίνει ότι δεν κινδυνεύουν όσες τέτοιες συντάξεις εκδόθηκαν έως τα τέλη του 2023. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για τις συντάξεις χηρείας με έτος έκδοσης το 2024, το 2025, αλλά και όσες έχουν προκύψει φέτος. Εάν εφαρμοστεί η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, τότε θα πρέπει η Πολιτεία να αναζητήσει ποσά ως αχρεωστήτως καταβληθέντα από αυτές τις συντάξεις.
Σε κάθε περίπτωση, η πρωτοβουλία των κινήσεων ανήκει στο Υπουργείο Εργασίας. Με μία νεότερη εγκύκλιο ή με μια Υπουργική Απόφαση, μπορεί να οριοθετήσει τη διαδικασία που θα ακολουθηθεί ως προς τις συντάξεις χηρείας. Το γεγονός ότι η «εγκύκλιος Τσακλόγλου» εκδόθηκε στις αρχές του 2021 και από τότε έχει παρέλθει μία πενταετία χωρίς να εφαρμοστεί στην πράξη, δείχνει ότι η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου αποφεύγει να ασχοληθεί με ένα θέμα που έχει τεράστιο κοινωνικό και πολιτικό κόστος. Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Ένωσης για την Υπεράσπιση της Εργασίας και του Κοινωνικού Κράτους, καθηγητή Αλέξη Μητρόπουλο, με τη νέα δικαστική απόφαση, 200.000 και πλέον συνταξιούχοι λόγω θανάτου κινδυνεύουν με επιστροφή ποσών 15.000-30.000 ευρώ.
Όλα αυτά, ενώ ήδη υπάρχει «ανοιχτό» το θέμα με τους δικαιούχους συντάξεων χηρείας που προέρχονται από τον ιδιωτικό τομέα και για τους οποίους δεν έχει γίνει η περικοπή μετά την πάροδο της τριετίας, όπως έχει πραγματοποιηθεί για όσους προέρχονται από το Δημόσιο Τομέα. Πρόκειται για τη μείωση από το 70% της σύνταξης στο 35%, με τη συμπλήρωση τριών ετών καταβολής της σύνταξης θανάτου. Η συγκεκριμένη περικοπή θα έπρεπε να έχει εφαρμοστεί και για τους δικαιούχους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι είτε λαμβάνουν σύνταξη εξ ιδίου δικαιώματος είτε συνεχίζουν να εργάζονται. Κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί και εκεί είναι επίσης πιθανό να αναζητηθούν αναδρομικά ποσά. Θυμίζουμε ότι αυτή η περικοπή έχει εφαρμοστεί για δικαιούχους του Δημοσίου και του τ. ΟΓΑ.