Οι αποδόσεις των ομολόγων έχουν αυξηθεί αυτόν τον μήνα σε επίπεδα που προκαλούν ανησυχία στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού ομολόγου έφτασε το 5,20% στις 19 Μαΐου, το υψηλότερο επίπεδο από τα μέσα του 2007, λίγο πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-09. Η απόδοση του 10ετούς ομολόγου ξεπέρασε το 4,68% την ίδια ημέρα, πριν υποχωρήσει ελαφρώς, παραμένοντας ωστόσο πάνω από το 4,50%. Αυτή η τάση είναι παγκόσμια, καθώς οι αποδόσεις των βρετανικών gilts, των γερμανικών Bunds και των ιαπωνικών κρατικών ομολόγων κινούνται επίσης ανοδικά, παράλληλα με την αύξηση των τιμών του πετρελαίου μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου.
Σύμφωνα με ανάλυση του Barron’s, οι τελευταίες κινήσεις αποτελούν μέρος μιας μακροχρόνιας ανοδικής πορείας που ξεκίνησε όταν τα μακροπρόθεσμα επιτόκια βρέθηκαν σε ιστορικά χαμηλά το 2020, κατά τη διάρκεια της κορύφωσης της πανδημίας. Αυτό που διαφοροποιεί τη σημερινή συγκυρία είναι ότι τα μακροπρόθεσμα επιτόκια έχουν φτάσει σε επίπεδα που μπορεί να ασκήσουν σοβαρή πίεση στις αποτιμήσεις των μετοχών. Οι βασικοί χρηματιστηριακοί δείκτες βρίσκονται λίγο κάτω από τα ιστορικά υψηλά τους, αντανακλώντας τον ενθουσιασμό των επενδυτών για την τεχνητή νοημοσύνη, ο οποίος ενδέχεται να ενταθεί περαιτέρω καθώς ορισμένοι από τους μεγαλύτερους ομίλους AI προετοιμάζονται για εισαγωγή στο χρηματιστήριο.
Οι υψηλότερες αποδόσεις των ομολόγων αυξάνουν τον ανταγωνισμό για τις μετοχές και παράλληλα ανεβάζουν το κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων. Η άμεση αιτία της πρόσφατης πτώσης στην αγορά ομολόγων είναι η άνοδος στις τιμές του πετρελαίου, λόγω της συνεχιζόμενης διακοπής διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ. Οι τιμές του αμερικανικού αργού WTI σχεδόν διπλασιάστηκαν, φθάνοντας κοντά στα 113 δολάρια το βαρέλι στις 7 Απριλίου, από περίπου 67 δολάρια στις 27 Φεβρουαρίου, μία ημέρα πριν ξεσπάσει ο πόλεμος. Αν και οι τιμές του αργού έχουν υποχωρήσει προς τα 100 δολάρια, εξακολουθούν να δημιουργούν πληθωριστικές πιέσεις.
Ο Ρόμπιν Μπρουκς, ανώτερος ερευνητής στο Brookings Institution, εντοπίζει τρεις βασικούς λόγους για την άνοδο των αποδόσεων: οι κυβερνήσεις προχώρησαν σε μεγάλο δανεισμό για να αντιμετωπίσουν τις οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας, δεν υπήρξε ουσιαστική μείωση των ελλειμμάτων και ο πληθωρισμός παραμένει υψηλότερος και πιο ασταθής σε σχέση με την προ Covid εποχή. Το συνολικό ομοσπονδιακό χρέος των ΗΠΑ ξεπέρασε το 100% του ΑΕΠ στο πρώτο τρίμηνο του έτους, πλησιάζοντας το ιστορικό υψηλό του 106% μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το Congressional Budget Office εκτιμά ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα θα διαμορφωθεί στο 5,8% του ΑΕΠ το 2026.
Ακόμη πιο ανησυχητική θεωρείται η μελλοντική πορεία, καθώς το CBO προβλέπει ότι το αμερικανικό έλλειμμα θα διαμορφώνεται κατά μέσο όρο στο 6,1% του ΑΕΠ ετησίως έως το 2036, πολύ πάνω από τον μέσο όρο 3,8% της τελευταίας 50ετίας. Το τεταμένο γεωπολιτικό περιβάλλον ενισχύει περαιτέρω τις στρατιωτικές δαπάνες, κάτι που σημαίνει ότι πολλές χώρες ίσως χρειαστεί να εκδώσουν ακόμη περισσότερο χρέος. Οι επενδυτές πιθανότατα θα απαιτήσουν ακόμη υψηλότερες αποδόσεις.
Η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει αύξηση 44% στις στρατιωτικές δαπάνες για το δημοσιονομικό έτος 2027, στα επίπεδα-ρεκόρ του 1,5 τρισ. δολαρίων. Παράλληλα, οι ευρωπαίοι σύμμαχοι των ΗΠΑ και ο Καναδάς αύξησαν τις στρατιωτικές τους δαπάνες πάνω από 20% το 2025 και δεσμεύθηκαν να ανεβάσουν τις σχετικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035. Ακόμη μεγαλύτερο βάρος για τους κρατικούς προϋπολογισμούς αποτελεί η εκρηκτική αύξηση των τόκων εξυπηρέτησης του χρέους από τα προηγούμενα χρόνια υπερδανεισμού. Στις ΗΠΑ, το ετήσιο κόστος τόκων έχει ήδη ξεπεράσει το 1 τρισ. δολάρια, υπερβαίνοντας πλέον ακόμη και τις τρέχουσες στρατιωτικές δαπάνες.
Όσον αφορά τον πληθωρισμό, έχει αποκλιμακωθεί από τα υψηλά του 2022, αλλά παραμένει αυξημένος και ευμετάβλητος. Ως αποτέλεσμα, οι κεντρικές τράπεζες αναγκάζονται να εφαρμόζουν πιο συχνές και μεγαλύτερες αυξήσεις επιτοκίων, για να περιορίσουν τις πληθωριστικές προσδοκίες. Η αγορά futures αποτιμά πλέον πιθανότητα 70% για τουλάχιστον μία αύξηση επιτοκίων από τη Fed έως τον Δεκέμβριο. Πρόκειται για εντυπωσιακή μεταστροφή σε σχέση με τις προηγούμενες εκτιμήσεις, που προέβλεπαν περισσότερες από δύο μειώσεις επιτοκίων έως το τέλος του έτους.
Οι οικονομολόγοι της J.P. Morgan εκτιμούν ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Τράπεζα της Ιαπωνίας θα αυξήσουν τα επιτόκιά τους τον Ιούνιο, ενώ πιθανή θεωρείται και νέα αύξηση από την Τράπεζα της Αγγλίας. Οι αναλυτές συναλλάγματος της Brown Brothers Harriman επισημαίνουν ότι όταν το κόστος δανεισμού των κυβερνήσεων ξεπερνά την ονομαστική ανάπτυξη του ΑΕΠ, αυτό αποτελεί σοβαρό προειδοποιητικό σήμα. Στο Ηνωμένο Βασίλειο αυτό έχει ήδη συμβεί, με το 10ετές gilt να αποδίδει σχεδόν 5%, πάνω από τη μέση ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ της τελευταίας δεκαετίας, που διαμορφώνεται γύρω στο 4,8%. Ακόμη πιο επικίνδυνη θεωρείται η κατάσταση στην Ιαπωνία, όπου η απόδοση του 10ετούς κρατικού ομολόγου έχει εκτιναχθεί πάνω από το 2,50%, το υψηλότερο επίπεδο από τα μέσα του 1997.
Οι εξελίξεις στις διεθνείς αγορές ομολόγων επηρεάζουν άμεσα και τις ΗΠΑ. «Για χρόνια, οι ξένοι επενδυτές, στερημένοι από αποδόσεις στις εγχώριες αγορές τους, διοχέτευαν κεφάλαια στα αμερικανικά ομόλογα», ανέφερε πρόσφατα η Yardeni Research. «Καθώς οι αποδόσεις αυξάνονται διεθνώς, αυτό το κίνητρο αποδυναμώνεται. Οι ΗΠΑ πλέον πρέπει να ανταγωνιστούν για αγοραστές χρέους σε έναν κόσμο υψηλών ελλειμμάτων και αυξημένου πληθωρισμού». Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών προσπάθησε να περιορίσει το κόστος δανεισμού στρέφοντας την έκδοση χρέους σε βραχυπρόθεσμα έντοκα γραμμάτια αντί για μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα ομόλογα με υψηλότερες αποδόσεις.
Η στρατηγική αυτή ξεκίνησε το 2022 από την πρώην υπουργό Οικονομικών Τζάνετ Γέλεν και επικρίθηκε τότε από τον νυν υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, ο οποίος ωστόσο τη διατήρησε όταν ανέλαβε το χαρτοφυλάκιο. Η τακτική αυτή λειτούργησε υπέρ της Ουάσιγκτον όσο η Fed μείωνε τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια, αλλά ενδέχεται να αποδειχθεί μπούμερανγκ αν η κεντρική τράπεζα επιστρέψει σε αυξήσεις επιτοκίων. Βραχυπρόθεσμα, οι αποδόσεις των ομολόγων θα συνεχίσουν να εξαρτώνται από την πορεία του πολέμου με το Ιράν και την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ.
Λόγω των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ και της σημασίας των τιμών καυσίμων για τους ψηφοφόρους, οι αγορές προεξοφλούν αποκλιμάκωση των τιμών πετρελαίου. Ωστόσο, ακόμη κι αν αυτό συμβεί, ο δομικός πληθωρισμός — ιδιαίτερα στις υπηρεσίες — παραμένει επίμονος. Μακροπρόθεσμα, το βάρος του χρέους θα συνεχίσει να πιέζει τις ανεπτυγμένες οικονομίες. Δεν διαφαίνεται ουσιαστική πρόθεση περιορισμού των ελλειμμάτων, την ώρα που οι κυβερνήσεις συνεχίζουν να δανείζονται για κοινωνικές δαπάνες, εξοπλισμούς και ενεργειακές επενδύσεις, ενώ το επενδυτικό boom της τεχνητής νοημοσύνης αυξάνει και τον εταιρικό δανεισμό.
Αντανακλώντας αυτές τις τάσεις, το 62% των συμμετεχόντων στην τελευταία έρευνα fund managers της Bank of America εκτιμά ότι η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού ομολόγου θα ξεπεράσει το 6% μέσα στους επόμενους 12 μήνες. Μια τέτοια εκτίναξη πιθανότατα θα προκαλούσε έντονες πιέσεις στις μετοχές, οδηγώντας ενδεχομένως σε προσωρινό ράλι στην αγορά ομολόγων. Ωστόσο, σύμφωνα με τους αναλυτές, αυτό δύσκολα θα είχε διάρκεια.