Οι χρηματιστηριακές αγορές συνεχίζουν να βρίσκονται κοντά σε ιστορικά υψηλά, επηρεασμένες από τον ενθουσιασμό γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη και τα εντυπωσιακά εταιρικά κέρδη. Ωστόσο, σε μια πιο «σοβαρή» γωνιά του χρηματοπιστωτικού συστήματος, τα μηνύματα γίνονται ολοένα πιο ανησυχητικά. Αναφερόμαστε στην αγορά ομολόγων, η οποία παραδοσιακά θεωρείται ο πιο αυστηρός κριτής της οικονομικής πραγματικότητας. Αυτή τη στιγμή, οι επενδυτές αρχίζουν να φοβούνται κάτι πολύ μεγαλύτερο από τη γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή.

Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων στις ΗΠΑ, τη Βρετανία, την Ιαπωνία και την Ευρώπη αυξάνονται απότομα, καθώς ο πόλεμος με το Ιράν και η αβεβαιότητα γύρω από τα Στενά του Ορμούζ αναζωπυρώνουν τον φόβο ενός νέου, επίμονου πληθωριστικού σοκ. Το αμερικανικό 10ετές ομόλογο πλησιάζει το 4,6%, ενώ το 30ετές ξεπερνά το ψυχολογικό όριο του 5% για πρώτη φορά εδώ και σχεδόν είκοσι χρόνια. Για τις αγορές, αυτές οι κινήσεις δεν είναι απλώς αριθμοί, αλλά προειδοποιήσεις.

Σύμφωνα με το CNBC, ένας από τους ανθρώπους που παρακολουθούν με ανησυχία αυτή τη μεταστροφή είναι ο Νταλίπ Σινγκ, πρώην αναπληρωτής σύμβουλος εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ και σήμερα επικεφαλής οικονομολόγος της PGIM. Ο Σινγκ θεωρεί ότι η κρίση με το Ιράν δεν είναι ένα μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά μέρος μιας βαθύτερης δομικής αλλαγής στην παγκόσμια οικονομία. Τα τελευταία χρόνια, η οικονομία δέχεται αλλεπάλληλα «σοκ προσφοράς» που δεν προλαβαίνουν να απορροφηθούν πριν εμφανιστεί το επόμενο: η πανδημία, ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι δασμοί, οι περιορισμοί στη μετανάστευση και τώρα η σύγκρουση στον Περσικό Κόλπο.

Κατά τον ίδιο, αυτά τα σοκ αλληλεπικαλύπτονται και οδηγούν σε ένα νέο καθεστώς επίμονα υψηλότερου πληθωρισμού. Οι αγορές αρχίζουν να φοβούνται ότι η εποχή της φθηνής ενέργειας, του χαμηλού πληθωρισμού και των μηδενικών επιτοκίων ίσως να ανήκει οριστικά στο παρελθόν.

Όταν οι επενδυτές πιστεύουν ότι ο πληθωρισμός θα παραμείνει υψηλός για μεγάλο χρονικό διάστημα, απαιτούν μεγαλύτερη απόδοση για να συνεχίσουν να δανείζουν κυβερνήσεις. Αυτό σημαίνει πτώση στις τιμές των ομολόγων και άνοδο στις αποδόσεις. Οι αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων επηρεάζουν σχεδόν ολόκληρη την οικονομία, καθώς το 10ετές Treasury καθορίζει το κόστος των στεγαστικών δανείων, του επιχειρηματικού δανεισμού και των πιστωτικών καρτών. Όσο ανεβαίνουν οι αποδόσεις, τόσο πιο ακριβή γίνεται η οικονομική δραστηριότητα.

Αυτό ακριβώς φοβούνται αρκετοί επενδυτές: ότι ο συνδυασμός ακριβού πετρελαίου και υψηλών επιτοκίων μπορεί να πιέσει την ανάπτυξη πολύ περισσότερο από όσο δείχνουν σήμερα οι χρηματιστηριακοί δείκτες. Την ώρα που η αγορά ομολόγων ουσιαστικά φωνάζει ότι ο πληθωρισμός επιστρέφει επικίνδυνα, οι μετοχές συνεχίζουν να κινούνται σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα δραματικό. Η Wall Street παραμένει στηριγμένη στην έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης και στη θεαματική κερδοφορία των τεχνολογικών κολοσσών.

Η μεγάλη ανησυχία είναι τι θα συμβεί αν η κρίση στον Περσικό Κόλπο παραταθεί για μήνες. Τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες του πλανήτη. Ακόμη και μια μερική ή προσωρινή διαταραχή αρκεί για να διατηρήσει τις τιμές του πετρελαίου σε υψηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο Τζακ Άμπλιν της Cresset Capital προειδοποιεί ότι αν καθυστερήσει η πλήρης επαναλειτουργία της θαλάσσιας οδού, τότε οι αγορές μπορεί να βρεθούν μπροστά σε «ένα εντελώς νέο πληθωριστικό καθεστώς».

Μαζί με την άνοδο των αποδόσεων επιστρέφει και ένας παλιός όρος των αγορών: οι bond vigilantes, δηλαδή οι τιμωροί των ομολόγων. Πρόκειται για τους επενδυτές που πιέζουν κυβερνήσεις και κεντρικές τράπεζες απαιτώντας ολοένα υψηλότερες αποδόσεις όταν θεωρούν ότι ο πληθωρισμός ή τα ελλείμματα ξεφεύγουν από τον έλεγχο. Ο Σινγκ εκτιμά ότι οι αγορές βρίσκονται πολύ κοντά σε ένα τέτοιο σημείο, ειδικά στις ΗΠΑ και τη Βρετανία.

Αν οι αποδόσεις κινηθούν σταθερά πάνω από το 5%, αρκετοί αναλυτές θεωρούν πιθανό ότι οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες θα αναγκαστούν να παρέμβουν πιο επιθετικά για να αποτρέψουν μια ανεξέλεγκτη άνοδο του κόστους δανεισμού. Ο Σινγκ μιλά ακόμη και για το ενδεχόμενο επιστροφής σε μορφές «χρηματοπιστωτικής καταστολής», όπου οι αρχές επιχειρούν τεχνητά να συγκρατήσουν τις αποδόσεις για να καταστήσουν διαχειρίσιμο το χρέος.

Στην ουσία, η αγορά ομολόγων δεν φοβάται μόνο τον πόλεμο στο Ιράν, αλλά και ότι το οικονομικό μοντέλο της τελευταίας δεκαπενταετίας ίσως αλλάζει. Έναν κόσμο με φθηνή ενέργεια, μηδενικά επιτόκια και ήπιο πληθωρισμό διαδέχεται πιθανώς μια περίοδος πιο ακριβού χρήματος, μεγαλύτερης γεωπολιτικής αστάθειας και επίμονων πληθωριστικών πιέσεων. Αυτός μπορεί να είναι ο λόγος που η αγορά ομολόγων αντιδρά πλέον τόσο νευρικά.