Κάθε άνοιξη, καθώς οι επενδυτές αρχίζουν να σκέφτονται τις θερινές τους διακοπές, επανέρχεται στο προσκήνιο μια παλιά χρηματιστηριακή σοφία: «Πούλησε τον Μάιο και φύγε». Η φράση αυτή προήλθε από τους κύκλους του Λονδίνου, όπου χρηματιστές και πλούσιοι επενδυτές συνήθιζαν να εγκαταλείπουν το City για το καλοκαίρι και να επιστρέφουν το φθινόπωρο. Δύο αιώνες αργότερα, η έκφραση παραμένει επίκαιρη, καθώς στηρίζεται σε μια μακροχρόνια εποχικότητα των χρηματιστηρίων, με σεβαστές αποδόσεις.
Μια διεθνής μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Journal of International Money and Finance, καλύπτοντας 114 χώρες, διαπίστωσε ότι οι αποδόσεις από τον Νοέμβριο έως τον Απρίλιο ήταν κατά μέσο όρο 4 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερες από αυτές του Μαΐου έως τον Οκτώβριο. Μια πιο πρόσφατη μελέτη της Fidelity επιβεβαίωσε ότι από το 1945, ο S&P 500 έχει αποδώσει περίπου 7% κατά μέσο όρο στο διάστημα Νοεμβρίου–Απριλίου, σε σύγκριση με περίπου 2% στο διάστημα Μαΐου–Οκτωβρίου.
Στο ελληνικό χρηματιστήριο, οι μέσοι μηνιαίοι όροι δείχνουν τον Απρίλιο στην κορυφή με άνοδο 3,58%, ακολουθούμενο από τον Ιούλιο με 2,06% και τον Ιανουάριο με 1,62%. Αντίθετα, οι πιο αδύναμοι μήνες είναι ο Ιούνιος με -2,38%, ο Μάρτιος με -1,86% και ο Σεπτέμβριος με -1,49%. Όταν αυτοί οι μέσοι όροι ομαδοποιούνται, το διάστημα Νοεμβρίου–Απριλίου έχει περίπου +5,26%, ενώ το διάστημα Μαΐου–Οκτωβρίου περίπου -2,07%.
Ωστόσο, η πρόσφατη εικόνα διαφοροποιείται. Από τον Μάιο έως τον Οκτώβριο, οι αποδόσεις έχουν μέση θετική απόδοση 6,4% για την περίοδο 2021-2025. Η American Century υποστηρίζει ότι ο παλιός κανόνας δεν είναι πλέον πρακτικός. Εξετάζοντας τον S&P 500 από το 1976 έως το 2025, διαπίστωσε ότι το διάστημα Μαΐου–Οκτωβρίου παρέμεινε θετικό σε 38 από τα 50 έτη, με μέση άνοδο 4,25%.
Μια υποθετική επένδυση $1.000 στον S&P 500, αν παρέμενε τοποθετημένη σε όλη τη διάρκεια της περιόδου, θα είχε αυξηθεί σε $294.795, ενώ αν ακολουθούσε τη στρατηγική “Sell in May”, θα είχε φθάσει μόλις στα $46.351. Άλλες μελέτες, όπως αυτή της LPL Financial, δείχνουν ότι η μέση αμερικανική χρηματιστηριακή άνοδος από τον Μάιο έως τον Οκτώβριο διαμορφώνεται στο 5,1% την τελευταία 12ετία.
Η μελέτη του MarketWatch για το 2026 καταλήγει ότι από το 2016, ο S&P 500 έχει σημειώσει μέση άνοδο 6,9% στο διάστημα Μαΐου–Οκτωβρίου, ελαφρώς υψηλότερη από το προηγούμενο εξάμηνο. Οι ερευνητές διαφωνούν για την αιτία της επιμονής του στερεότυπου. Ορισμένοι αναφέρουν τη μειωμένη θερινή συναλλακτική δραστηριότητα, ενώ άλλοι εστιάζουν σε παράγοντες όπως η ανακατανομή χαρτοφυλακίων και οι εκλογικές δυναμικές.
Μια νέα μελέτη δείχνει ότι από το 2004 έως το 2023, ο όγκος των δημοσιεύσεων προς την Αμερικανική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (SEC) ήταν 17% υψηλότερος τον χειμώνα από ότι το καλοκαίρι. Αν οι αγορές δέχονται περισσότερη πληροφορία κατά το διάστημα Νοεμβρίου–Απριλίου, τότε οι ισχυρότερες αποδόσεις αυτής της περιόδου είναι λιγότερο μυστηριώδεις.
Ωστόσο, καμία εξήγηση δεν έχει μετατρέψει το “Sell in May” σε φυσικό νόμο. Η Fidelity προτείνει ότι οι επενδυτές δεν θα έπρεπε να πωλούν τον Μάιο, παρά το ιστορικό πλεονέκτημα των «καλύτερων έξι μηνών». Η Manulife κατέληξε σε παρόμοιο συμπέρασμα, διαπιστώνοντας ότι η στρατηγική αγοράς-και-διακράτησης υπεραπέδωσε της εποχικής στρατηγικής σε ορίζοντα 10, 20 και 50 ετών.
Η στρατηγική επιβιώνει επειδή οι επενδυτές θυμούνται πιο έντονα τα κακά καλοκαίρια. Σε όρους συμπεριφορικής χρηματοοικονομικής, ο φόβος έχει μεγαλύτερη διάρκεια ζωής από τη στατιστική. Αυτός είναι ο λόγος που η παροιμία παραμένει στη χρηματιστηριακή συζήτηση, αλλά πιθανότατα όχι στο επενδυτικό playbook ως μηχανική εντολή.
Η καλύτερη χρήση του “Sell in May” είναι ως εποχική ένδειξη κινδύνου και όχι ως απόλυτη οδηγία. Υπενθυμίζει ότι ο ιστορικός «καιρός» των αγορών τείνει να γίνεται δυσμενέστερος καθώς πλησιάζει το καλοκαίρι. Ωστόσο, σε έναν κόσμο που επηρεάζεται από δασμούς, ενθουσιασμό για την τεχνητή νοημοσύνη και άλλες δυναμικές, οι μεγαλύτερες δυνάμεις ενδέχεται να μετρούν περισσότερο από τον μήνα του ημερολογίου.
Ο Μάνος Χατζηδάκης είναι αναλυτής της Beta Securities.