Η Wall Street επεκτείνει σήμερα τα ιστορικά της υψηλά, καθώς οι επενδυτές παρακολουθούν τις διπλωματικές εξελίξεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης. Η πιθανή αποκλιμάκωση της πολεμικής σύρραξης στη Μέση Ανατολή έχει δημιουργήσει κύμα αισιοδοξίας στις διεθνείς αγορές, με τον S&P 500 και τον Nasdaq να καταγράφουν διαδοχικά ρεκόρ και τις τιμές του πετρελαίου να σημειώνουν πτώση. Στη συνεδρίαση της Πέμπτης, ο Dow Jones ενισχύθηκε κατά 0,28% και διαπραγματεύεται στις 50.048,83 μονάδες. Ο S&P 500 σημειώνει άνοδο 0,1% στις 7.372,72 μονάδες, ενώ ο Nasdaq καταγράφει κέρδη 0,14% στις 25.874,97 μονάδες, προσεγγίζοντας νέα ιστορικά υψηλά.

Ο βασικός παράγοντας της ανόδου είναι η προσδοκία για την υπογραφή ενός προσωρινού μνημονίου συνεννόησης 14 σημείων μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν. Σύμφωνα με πληροφορίες από το δίκτυο Axios, ο Λευκός Οίκος θεωρεί ότι είναι κοντά σε μια συμφωνία που θα τερματίσει τις εχθροπραξίες και θα επιτρέψει το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Η επαναλειτουργία αυτής της κρίσιμης θαλάσσιας αρτηρίας θα διευκόλυνε τη ροή των παγκόσμιων ενεργειακών προμηθειών, αίροντας τον αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών. Αν και η Τεχεράνη αναμένεται να στείλει την επίσημη απάντησή της μέσω του Πακιστάν τις επόμενες ημέρες, η αγορά έχει ήδη αρχίσει να προεξοφλεί την επίτευξη εκεχειρίας.

Η τιμή του αργού πετρελαίου τύπου Brent έχει υποχωρήσει σήμερα κοντά στα 97 δολάρια το βαρέλι, σημειώνοντας συνολική πτώση 12% μέσα σε μόλις τρεις συνεδριάσεις. Η επενδυτική ευφορία ενισχύεται όχι μόνο από τη γεωπολιτική αποφόρτιση αλλά και από την ανθεκτική κερδοφορία των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης. Ωστόσο, παρά το θετικό κλίμα, η αγορά δείχνει σημάδια επιλεκτικότητας. Η μετοχή της Arm Holdings σημειώνει πτώση άνω του 7%, καθώς οι ανησυχίες για την εφοδιαστική αλυσίδα των νέων AI μικροτσίπ επισκιάζουν τις θετικές προβλέψεις για τα έσοδά της. Αυτή η περίπτωση υπενθυμίζει στους επενδυτές ότι, παρά το ράλι, τα ζητήματα προσφοράς παραμένουν «αγκάθι» για τον τεχνολογικό τομέα.

Τα σημερινά στοιχεία προσέφεραν μεικτές ενδείξεις για την υγεία της αμερικανικής οικονομίας. Οι νέες αιτήσεις για επιδόματα ανεργίας αυξήθηκαν κατά 10.000, φτάνοντας τις 200.000, παραμένοντας όμως χαμηλότερα από τις εκτιμήσεις των αναλυτών (206.000). Αυτό επιβεβαιώνει ότι η αγορά εργασίας παραμένει «σφιχτή», με τις απολύσεις να διατηρούνται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Επιπλέον, η παραγωγικότητα αυξήθηκε κατά 0,8% το πρώτο τρίμηνο, υπολειπόμενη της πρόβλεψης για 1,1%. Ωστόσο, το μοναδιαίο εργασιακό κόστος ενισχύθηκε κατά 2,3%, ρυθμός που, αν και υψηλότερος από το αναμενόμενο, δεν θεωρείται ικανός να ανατρέψει τη γενικότερη τάση περιορισμού των πληθωριστικών πιέσεων.

Η πτώση των ενεργειακών τιμών θεωρείται πλέον από πολλούς αναλυτές ως πιο κρίσιμος παράγοντας για τη νομισματική πολιτική απ’ ό,τι η ίδια η αγορά εργασίας. Η πτώση του πετρελαίου κάτω από τα 100 δολάρια αφαιρεί ένα σημαντικό βάρος, δίνοντας τη δυνατότητα στη Federal Reserve να επανεξετάσει τη στάση της. Προς το παρόν, οι αγορές «στοιχηματίζουν» ότι η Fed θα διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια μέχρι το τέλος του έτους, μια σημαντική μετατόπιση από τις προσδοκίες για μειώσεις που κυριαρχούσαν πριν από την έναρξη του πολέμου. Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στην αυριανή κρίσιμη έκθεση για τις θέσεις εργασίας (nonfarm payrolls) του Απριλίου, με τους οικονομολόγους να αναμένουν ήπια αύξηση κατά 62.000 θέσεις, μετά την ισχυρή άνοδο του Μαρτίου.