Η Ισλανδία έχει καταγράψει ιστορική επιτυχία, καθώς είναι η πρώτη χώρα στον κόσμο που εφαρμόζει καθολικά και σε εθνικό επίπεδο το μοντέλο της 4ήμερης εργασίας. Με αυτόν τον τρόπο, έχει καταρρίψει τον μύθο ότι η μείωση του χρόνου απασχόλησης βλάπτει την οικονομία. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, η χώρα όχι μόνο δεν υπήρξε σε ύφεση, αλλά παρουσίασε εντυπωσιακό ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ της στο 4,1%, ξεπερνώντας πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ενώ η ανεργία παρέμεινε σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα.
Η επιτυχία του μέτρου οδήγησε σε μια μόνιμη εργασιακή μετάλλαξη, με το 86% έως 90% του συνολικού εργατικού δυναμικού της χώρας να έχει πλέον το δικαίωμα να εργάζεται με μειωμένο ωράριο ή 4ήμερη απασχόληση, χωρίς καμία μείωση στις αποδοχές τους.
Η καθολική εφαρμογή του μέτρου βασίστηκε σε λεπτομερείς αξιολογήσεις επιστημονικών ινστιτούτων, όπως το βρετανικό think-tank Autonomy και ο ισλανδικός οργανισμός Alda (Ένωση για τη Βιώσιμη Δημοκρατία). Τα συμπεράσματα των ερευνητών έδειξαν:
- Δραματική μείωση του στρες: Οι δείκτες επαγγελματικής εξουθένωσης (burnout) και εργασιακού άγχους κατέγραψαν κατακόρυφη πτώση.
- Βελτίωση της καθημερινότητας: Οι εργαζόμενοι ανέφεραν σημαντική αναβάθμιση της ψυχικής και σωματικής τους υγείας, έχοντας περισσότερο ποιοτικό χρόνο για τις οικογένειές τους, προσωπικές δραστηριότητες και ξεκούραση.
- Αύξηση της παραγωγικότητας: Οι επιχειρήσεις διαπίστωσαν ότι η απόδοση παρέμεινε σταθερή ή βελτιώθηκε, καθώς οι εργαζόμενοι ήταν πιο ξεκούραστοι και συγκεντρωμένοι.
Η πορεία προς το νέο μοντέλο ξεκίνησε μέσα από δύο μεγάλες πιλοτικές δοκιμές (μεταξύ 2015 και 2019) που διοργάνωσαν το Δημοτικό Συμβούλιο του Ρέικιαβικ και η κεντρική κυβέρνηση. Στα προγράμματα συμμετείχαν περισσότεροι από 2.500 εργαζόμενοι (περίπου το 1% του πληθυσμού της χώρας), αποδεικνύοντας ότι το σύστημα λειτουργεί σε όλους τους κλάδους, συμπεριλαμβανομένων νηπιαγωγείων, σχολείων, νοσοκομείων, κέντρων κοινωνικής πρόνοιας, αστυνομικών τμημάτων και δημόσιων υπηρεσιών.
Η βασική φόρμουλα προέβλεπε τη μείωση της εργάσιμης εβδομάδας από τις 40 στις 35 ή 36 ώρες. Οι επιχειρήσεις και οι δημόσιοι φορείς αναδιοργάνωσαν τις διαδικασίες τους, μείωσαν τη διάρκεια των συσκέψεων και περιόρισαν τις περιττές εργασίες, αποδεικνύοντας ότι η απόδοση εξαρτάται από τη συγκέντρωση και όχι από τις ώρες παρουσίας.
Η επιτυχία του ισλανδικού μοντέλου ευθυγραμμίζεται με τις απαιτήσεις της Gen Z, η οποία αλλάζει ριζικά τους κανόνες της παγκόσμιας αγοράς εργασίας. Οι νεότεροι εργαζόμενοι απορρίπτουν την παραδοσιακή κουλτούρα της εξαντλητικής υπερεργασίας και διεκδικούν πιο ευέλικτους όρους εργασίας. Για τη Gen Z, η εργασία δεν είναι το μοναδικό κέντρο της ζωής, αλλά ένα μέσο που πρέπει να συνυπάρχει αρμονικά με την προσωπική ευτυχία και την ψυχική υγεία.
Η Ισλανδία απέδειξε ότι ο σεβασμός στον ελεύθερο χρόνο του υπαλλήλου δεν μειώνει την εταιρική κερδοφορία, αλλά αντίθετα δημιουργεί ένα πιο πιστό, υγιές και αποδοτικό εργατικό δυναμικό. Η επιτυχία της Ισλανδίας έχει αλλάξει μόνιμα τον παγκόσμιο χάρτη, καθώς τα εγχώρια συνδικάτα χρησιμοποιούν τα επιστημονικά δεδομένα για να επιβάλουν νέες συλλογικές συμβάσεις. Το παράδειγμα της Ισλανδίας αποτελεί πλέον βασικό οδηγό για αντίστοιχες πρωτοβουλίες σε χώρες όπως η Μεγάλη Βρετανία, η Ισπανία, η Γερμανία και η Νέα Ζηλανδία, αποδεικνύοντας ότι η ευημερία του ανθρώπινου δυναμικού είναι ο πραγματικός κινητήρας της οικονομικής ανάπτυξης.