Η αγορά εργασίας στις ΗΠΑ αποδεικνύεται πιο ανθεκτική από ό,τι ανέμεναν οι αναλυτές, παρά τις πιέσεις που προέρχονται από τον πόλεμο με το Ιράν και την αύξηση της τιμής του πετρελαίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία του αμερικανικού υπουργείου Εργασίας, η αμερικανική οικονομία δημιούργησε 115.000 νέες θέσεις εργασίας τον Απρίλιο, ξεπερνώντας κατά πολύ τις εκτιμήσεις των οικονομολόγων, οι οποίοι ανέμεναν μόλις 55.000. Τον Μάρτιο, οι νέες θέσεις εργασίας είχαν ανέλθει σε 185.000. Το ποσοστό ανεργίας παρέμεινε αμετάβλητο στο 4,3%, επιβεβαιώνοντας τις προβλέψεις της αγοράς.
Οι κλάδοι που στήριξαν την απασχόληση περιλαμβάνουν την υγεία, το λιανεμπόριο, την ψυχαγωγία και φιλοξενία, καθώς και τις μεταφορές και αποθήκες. Αντίθετα, απώλειες θέσεων εργασίας καταγράφηκαν στη μεταποίηση, την τεχνολογία πληροφορικής και τις χρηματοοικονομικές δραστηριότητες. Στο πρώτο τετράμηνο του έτους, οι μηνιαίες προσλήψεις διαμορφώνονται κατά μέσο όρο στις 76.000, έναντι περίπου 42.000 την αντίστοιχη περίοδο πέρυσι, ένδειξη ότι η αγορά εργασίας εμφανίζει σημάδια βελτίωσης.
Η εικόνα αυτή έρχεται σε αντίθεση με τους φόβους που κυριαρχούσαν πριν από λίγους μήνες, όταν αρκετοί οικονομολόγοι ανησυχούσαν ότι η σταδιακή επιβράδυνση στις προσλήψεις θα μπορούσε να αποτελέσει προάγγελο βαθύτερης ύφεσης. Τα στοιχεία ενισχύουν την εκτίμηση ότι η Federal Reserve δεν βρίσκεται πλέον υπό πίεση να μειώσει τα επιτόκια για να στηρίξει την αγορά εργασίας. Πλέον, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται σχεδόν αποκλειστικά στον πληθωρισμό, ο οποίος παρουσιάζει νέα ανοδική τάση εξαιτίας των δασμών και των συνεπειών του πολέμου με το Ιράν στις τιμές της ενέργειας.
Με την αγορά εργασίας να παραμένει σταθερή, η Fed αποκτά μεγαλύτερο περιθώριο να διατηρήσει στάση αναμονής, ενώ η συζήτηση στρέφεται πλέον στο πότε — και αν — θα μπορούσε να εξεταστεί ακόμη και νέα αύξηση επιτοκίων αντί για μείωση. Τα επόμενα κρίσιμα στοιχεία θα είναι εκείνα για τον δείκτη τιμών καταναλωτή (CPI), που ανακοινώνονται την επόμενη εβδομάδα.
Παρά την ανθεκτικότητα της αγοράς εργασίας, πολλές επιχειρήσεις εξακολουθούν να κινούνται προσεκτικά απέναντι στις αλλαγές στη φορολογία, το εμπόριο και τη μεταναστευτική πολιτική. Ορισμένες εταιρείες επικαλούνται την τεχνητή νοημοσύνη για περικοπές προσωπικού, ενώ άλλες υποστηρίζουν ότι η AI αυξάνει την παραγωγικότητα των εργαζομένων, περιορίζοντας την ανάγκη για νέες προσλήψεις. Την ίδια ώρα, η ισχυρή καταναλωτική ζήτηση φαίνεται να συγκρατεί τις απολύσεις σε χαμηλά επίπεδα, ακόμη και καθώς ανακοινώνονται μεγάλες περικοπές προσωπικού από γνωστές εταιρείες.
Οι οικονομολόγοι προειδοποιούν πάντως ότι οι πλήρεις επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν και των υψηλότερων τιμών ενέργειας δεν έχουν ακόμη αποτυπωθεί στην αγορά εργασίας. Η αύξηση των τιμών πετρελαίου πιέζει ιδιαίτερα τα χαμηλότερα εισοδήματα και θα μπορούσε να περιορίσει τις δαπάνες σε ταξίδια και υπηρεσίες, επηρεάζοντας τελικά την απασχόληση σε τομείς όπως το λιανεμπόριο και η ψυχαγωγία. Ιδιαίτερα ευάλωτες θεωρούνται οι αεροπορικές εταιρείες, οι οποίες ήδη αντιμετωπίζουν αυξημένο ενεργειακό κόστος. Ωστόσο, τέτοιες επιπτώσεις συνήθως εμφανίζονται με καθυστέρηση, καθώς οι επιχειρήσεις σχεδιάζουν τις προσλήψεις τους μήνες νωρίτερα και οι μεταβολές στη ζήτηση περνούν σταδιακά στην πραγματική οικονομία.