Δυσάρεστα νέα για τη γερμανική οικονομία, καθώς τα περισσότερα ινστιτούτα μειώνουν σημαντικά τις οικονομικές τους προβλέψεις για το τρέχον έτος, και μάλιστα σε μεγαλύτερο βαθμό από τις εκτιμήσεις της Ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Το Γερμανικό Βιομηχανικό και Εμπορικό Επιμελητήριο (DIHK) αναμένει πλέον αύξηση του ΑΕΠ μόλις κατά 0,3%, αντί για 1,0% που εκτιμούσε προηγουμένως. Το DIHK είναι επομένως πιο απαισιόδοξο από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, η οποία πριν από ένα μήνα αναγκάστηκε να μειώσει στο μισό την πρόβλεψή της για το ΑΕΠ, αναμένοντας τώρα ανάπτυξη μόλις 0,5% για φέτος.
Αύριο, το Συμβούλιο Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων θα παρουσιάσει την εαρινή του έκθεση, στην οποία αναμένεται να μειώσει σημαντικά την πρόβλεψή του. Τον περασμένο Νοέμβριο, η ομάδα εμπειρογνωμόνων είχε προβλέψει ανάπτυξη 0,9%. Η Χελένα Μέλνικοφ, Διευθύνουσα Σύμβουλος του DIHK, μίλησε για «διπλή κρίση» που αντιμετωπίζουν οι γερμανικές επιχειρήσεις, αναφέροντας ότι «εκτός από τα διαρθρωτικά προβλήματα στη Γερμανία, υπάρχουν και οι οικονομικές συνέπειες του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Αποδυναμωμένοι από τρία χρόνια ύφεσης και στασιμότητας, πολλοί αισθάνονται ότι βρίσκονται στα όριά τους».
Το επιχειρηματικό κλίμα μεταξύ των γερμανικών εταιρειών επιδεινώθηκε στις αρχές του καλοκαιριού, σύμφωνα με το DIHK. Σε μια επιχειρηματική έρευνα, οι εταιρείες αξιολόγησαν την τρέχουσα κατάσταση τους εξίσου αρνητικά με αυτήν που ήταν κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορωνοϊού. Περισσότερες από μία στις τέσσερις εταιρείες περιέγραψαν την κατάσταση τους ως κακή, ενώ μόνο το 23% την αξιολόγησε ως καλή. Το ένα τρίτο των επιχειρήσεων αναμένει ότι η επιχειρηματική τους δραστηριότητα θα επιδεινωθεί τους επόμενους 12 μήνες, σημειώνοντας αύξηση οκτώ ποσοστιαίων μονάδων σε σύγκριση με την αρχή του έτους.
Οι γερμανικές επιχειρήσεις βιώνουν έντονα τις επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν. «Οι ήδη αποδυναμωμένες εταιρείες στη Γερμανία υποφέρουν ιδιαίτερα από τις οικονομικές συνέπειες του πολέμου με το Ιράν. Πολλές εταιρείες ατενίζουν το μέλλον με σκεπτικισμό, συγκρατούν τις επενδύσεις και μειώνουν θέσεις εργασίας», σύμφωνα με έρευνα του DIHK σε περίπου 23.000 επιχειρήσεις. «Ακόμα και πριν από την τρέχουσα κρίση, οι εταιρείες επιβαρύνονταν σε μεγάλο βαθμό από το υψηλό κόστος εργασίας, τις τιμές της ενέργειας, τη γραφειοκρατία και τους φόρους», προσθέτει η Μέλνικοφ. «Η πρόσφατη μαζική αύξηση των τιμών της ενέργειας και των πρώτων υλών είναι η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι για πολλές επιχειρήσεις».
Λίγο μετά το ξέσπασμα του πολέμου στο Ιράν, οι τιμές του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και της βενζίνης εκτοξεύτηκαν, όπως και αυτές των δομικών υλικών και των πλαστικών. «Η πίεση του κόστους διαπερνά πλέον σχεδόν όλους τους τομείς της οικονομίας», αναφέρει η Μέλνικοφ. «Πολλές εταιρείες δεν μπορούν πλέον να αντέξουν αυτό το βάρος». Περίπου το 70% των εταιρειών αναφέρουν ότι οι τιμές της ενέργειας και των πρώτων υλών συνιστούν πλέον τον μεγαλύτερο επιχειρηματικό κίνδυνο, ενώ στην αρχή του έτους το ποσοστό αυτό ήταν μόνο 48%.
Οι γερμανικές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν επίσης μια πιο σκοτεινή προοπτική: το ένα τρίτο αναμένει ότι οι εργασίες τους θα μειωθούν τους επόμενους 12 μήνες, σημειώνοντας αύξηση οκτώ ποσοστιαίων μονάδων από την αρχή του έτους. Μόνο το 13% παραμένει αισιόδοξο. Το αρνητικό οικονομικό κλίμα επηρεάζει επίσης τις επενδύσεις, με μόνο το 22% των εταιρειών να σχεδιάζουν να αυξήσουν τους προϋπολογισμούς τους για επενδύσεις, ενώ πάνω από το ένα τρίτο θα αναγκαστούν να τους μειώσουν. Οι επενδύσεις για την επέκταση της παραγωγικής ικανότητας βρίσκονται στο χαμηλότερο σημείο που παρατηρήθηκε τελευταία φορά κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008/2009.
Η υποτονική κατάσταση ασκεί πιέσεις στην αγορά εργασίας. Σχεδόν το ένα τέταρτο των εταιρειών που συμμετείχαν στην έρευνα σχεδιάζουν να μειώσουν το προσωπικό τους, ενώ μόνο μία στις 10 θέλει να προσλάβει περισσότερους υπαλλήλους, το χαμηλότερο ποσοστό από την πανδημία. Το κλίμα στον γερμανικό εξαγωγικό τομέα βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδό του εδώ και πάνω από ένα χρόνο. Ο δείκτης προσδοκιών για τις εξαγωγές μειώθηκε από -1,2 μονάδες τον Απρίλιο σε -5,5 μονάδες τον Μάιο, σύμφωνα με το Ινστιτούτο Ifo με έδρα το Μόναχο. «Παρά την ανάκαμψη των εξαγωγικών δραστηριοτήτων το πρώτο τρίμηνο, οι προοπτικές παραμένουν δύσκολες», εξήγησε ο επικεφαλής οικονομικών προβλέψεων του Ifo, Τίμο Βολμερσχάουζερ. «Η γεωπολιτική αβεβαιότητα παραμένει υψηλή».
Η αυτοκινητοβιομηχανία, για παράδειγμα, αντιμετώπισε οπισθοδρόμηση τον Μάιο. «Μετά από τέσσερις πολύ αισιόδοξους μήνες, αναμένεται τώρα μείωση των εξαγωγών», εξήγησε το Ινστιτούτο του Μονάχου. Οι πωλήσεις στο εξωτερικό είναι επίσης πιθανό να μειωθούν στη μεταλλουργική βιομηχανία. Γενικά, οι ενεργοβόροι τομείς δέχονται πιέσεις στις παγκόσμιες αγορές και αναμένουν μειώσεις στις διεθνείς δραστηριότητές τους.
Σύμφωνα πάντως με την Bundesbank, ο πόλεμος στον Κόλπο έχει επιπτώσεις που σταθεροποιούν ορισμένους τομείς της βιομηχανίας και τις εξαγωγές τους. Οι γερμανικές εταιρείες πιθανότατα επωφελήθηκαν επίσης από το γεγονός ότι οι ανταγωνιστές στην Ασία επηρεάστηκαν σοβαρότερα από τις ελλείψεις ενδιάμεσων αγαθών λόγω του κλεισίματος του Στενού του Ορμούζ. «Ωστόσο, αυτές οι επιπτώσεις είναι πιθανό να είναι μόνο βραχυπρόθεσμες», τόνισε η Bundesbank.