Η παγκόσμια οικονομία φαίνεται να βρίσκεται ξανά σε λεπτές ισορροπίες, καθώς επανεμφανίζεται ένα γνώριμο αλλά επικίνδυνο μοτίβο: η αυξανόμενη διασύνδεση τραπεζών και κρατικού χρέους. Τα τελευταία χρόνια, οι τράπεζες και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού έχουν ενισχύσει σημαντικά τις τοποθετήσεις τους σε κρατικά ομόλογα, αναζωπυρώνοντας τις ανησυχίες για τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ο διευθύνων σύμβουλος της JPMorgan, Τζέιμι Ντάιμον, προειδοποίησε πρόσφατα ότι η εκρηκτική αύξηση του δημόσιου χρέους θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση στην αγορά ομολόγων, εάν οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής δεν δράσουν έγκαιρα.
Για τις τράπεζες της Wall Street, όπως οι JPMorgan, Bank of America, Citigroup και Goldman Sachs, η κατάσταση διαφέρει σημαντικά από εκείνη της Ευρωζώνης. Οι αμερικανικές τράπεζες κατέχουν περίπου 1,5 έως 2 τρισ. δολάρια σε κρατικά ομόλογα, ενώ στην Ευρωζώνη το αντίστοιχο ποσό προσεγγίζει τα 3 τρισ. ευρώ. Παρά την εξαιρετικά βαθιά αγορά κρατικού χρέους των ΗΠΑ, αξίας άνω των 30 τρισ. δολαρίων, οι τράπεζες κατέχουν αναλογικά μικρότερο ποσοστό, καθώς σημαντικό μέρος βρίσκεται στα χέρια της Fed, ξένων κεντρικών τραπεζών και money market funds.
Στην Ευρωζώνη, οι τράπεζες παραμένουν στενά συνδεδεμένες με τα κράτη τους, δημιουργώντας έναν «φαύλο κύκλο καταστροφής». Σε αυτό το σενάριο, η επιδείνωση της πιστοληπτικής ικανότητας ενός κράτους οδηγεί σε πτώση της αξίας των ομολόγων, προκαλώντας απώλειες στις τράπεζες, οι οποίες ενδέχεται να χρειαστούν κρατική στήριξη, επιβαρύνοντας περαιτέρω τα δημοσιονομικά. Έναν χρόνο πριν από την κρίση του 2008, το κρατικό χρέος που διακρατούσαν οι τράπεζες της Ευρωζώνης ήταν κοντά στο 1 τρισ. ευρώ, αλλά αυξήθηκε δραματικά την περίοδο 2012-2015, φθάνοντας τα 2,1 τρισ. ευρώ στις αρχές του 2021.
Οι κυβερνήσεις της Ευρωζώνης προχώρησαν σε εκδόσεις-ρεκόρ το 2020 για να χρηματοδοτήσουν τα μέτρα στήριξης των οικονομιών τους. Σήμερα, το καθαρό κρατικό χρέος υπολογίζεται κοντά στα 3 τρισ., σημειώνοντας αύξηση 200%. Μεταξύ Ιουνίου 2022 και Ιουνίου 2025, οι τράπεζες σε Γαλλία, Γερμανία και Ισπανία αντιπροσώπευσαν περίπου το 60% της αύξησης των σχεδόν 700 δισ. ευρώ σε τοποθετήσεις κρατικών ομολόγων, το υψηλότερο επίπεδο από την αρχή της πανδημίας. Αυτή η τάση συνδέεται με το πρόγραμμα ποσοτικής σύσφιγξης της ΕΚΤ, που ωθεί τα πιστωτικά ιδρύματα να αντικαθιστούν την πλεονάζουσα ρευστότητα με υψηλής ποιότητας ρευστοποιήσιμα στοιχεία.
Στις ΗΠΑ, τα ομόλογα που κατέχουν οι τράπεζες της Wall Street έχουν φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, καθώς η χαλάρωση των κανονισμών από την κυβέρνηση Τραμπ ενθαρρύνει τις τράπεζες να επιστρέψουν δυναμικά στην αγορά κρατικού χρέους. Τα καθαρά αποθεματικά κρατικών ομολόγων που κατέχουν οι μεγάλες τράπεζες έχουν αυξηθεί σε περίπου 550 δισ. δολάρια κατά μέσο όρο φέτος, από λιγότερο από 400 δισ. δολάρια το 2025. Ωστόσο, η αύξηση αυτή ενέχει κινδύνους, καθώς το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ έχει ξεπεράσει το 100% του ΑΕΠ, φτάνοντας σε επίπεδα που ήταν άλλοτε αδιανόητα.
Η αμερικανική κυβέρνηση δαπανά 1,33 δολάριο για κάθε δολάριο που εισπράττει σε έσοδα, και το έλλειμμα του προϋπολογισμού φέτος προβλέπεται να φτάσει το 1,9 τρισ. δολάρια. Με τα δημοσιονομικά ελλείμματα να παραμένουν υψηλά και τις χρηματοδοτικές ανάγκες να αυξάνονται, το ερώτημα δεν είναι πλέον αν θα υπάρξει πίεση στις αγορές, αλλά πότε και πόσο έντονη θα είναι.