Αναπόφευκτη φαίνεται η απόφαση για αύξηση των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) κατά τη συνεδρίασή της στις 11 Ιουνίου. Παρά τις πιο μετριοπαθείς δηλώσεις της επικεφαλής της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, και των μελών του ΔΣ, οι πληθωριστικές πιέσεις που προκύπτουν από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή δεν αφήνουν πολλά περιθώρια. Όλα δείχνουν ότι η αύξηση θα είναι κατά 0,25%. Στο άτυπο Eurogroup της Λευκωσίας, η Λαγκάρντ ανέφερε ότι, αν και ο πληθωρισμός αναμένεται να φτάσει το 3% τον Απρίλιο, μεσοπρόθεσμα η τάση είναι να επιστρέψει στο 2%.
Τα στελέχη της τράπεζας, τόσο τα «γεράκια» όσο και τα «περιστέρια», δείχνουν ότι η αύξηση επιτοκίων τον επόμενο μήνα είναι μονόδρομος, προκειμένου να αρχίσει η μείωση του πληθωρισμού προς τον στόχο του 2%. Η Γερμανίδα οικονομολόγος και μέλος του ΔΣ της ΕΚΤ, Ιζαμπέλ Σνάμπελ, δήλωσε ότι η Κεντρική Τράπεζα πρέπει να προχωρήσει σε αύξηση, ακόμα και αν υπάρξει ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης, λόγω της παρατεταμένης σύγκρουσης και των υψηλών τιμών ενέργειας που επηρεάζουν την οικονομία.
Ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, τόνισε ότι η διατήρηση της αξιοπιστίας της ΕΚΤ είναι ισχυρό επιχείρημα για αύξηση των επιτοκίων. Ο πρόεδρος της Bundesbank, Γιοακίμ Νάγκελ, δήλωσε ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής ενδέχεται να «αναγκαστούν να αναλάβουν δράση» τον Ιούνιο, λόγω της επίμονης ενεργειακής κρίσης. Αντίστοιχες δηλώσεις έγιναν και από άλλους αξιωματούχους της ΕΚΤ.
Ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, Φίλιπ Λέιν, ανέφερε ότι οι μακροοικονομικές προοπτικές έχουν επιδεινωθεί και ότι είναι πιθανό να υπάρξει αναθεώρηση των προβλέψεων για τον πληθωρισμό τον Ιούνιο. Οι αγορές έχουν ήδη προεξοφλήσει δύο αυξήσεις στο επιτόκιο καταθέσεων της ΕΚΤ, ενώ οι οικονομολόγοι προβλέπουν δύο αυξήσεις, ακολουθούμενες από μείωση επιτοκίων στα μέσα του 2027.