Ο καθαρός δανεισμός των εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών αυξήθηκε κατά 12,5% ή 3,4 δισ. ευρώ, σύμφωνα με τους οριστικούς ισολογισμούς για την οικονομική χρήση του 2025. Αυτή η αύξηση αποδίδεται σε αναπτυξιακούς παράγοντες, καθώς σχετίζεται με το ευρύ επενδυτικό πρόγραμμα των πιο δραστήριων κλάδων της οικονομίας, όπως ο ενεργειακός και ο κατασκευαστικός τομέας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία από 130 μη τραπεζικές εισηγμένες, ο καθαρός δανεισμός ανέρχεται σε 30,792 δισ. ευρώ για το 2025, σε σύγκριση με 27,360 δισ. ευρώ το 2024. Ο συνολικός δανεισμός, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων μίσθωσης, υπολογίζεται σε 50,940 δισ. ευρώ, από 44,578 δισ. ευρώ το προηγούμενο έτος. Παρά τη μεταβολή του 14,2% ή 6,3 δισ. ευρώ, το γεγονός ότι πάνω από το 80% αφορά σε μακροπρόθεσμα δάνεια προσφέρει μια υγιή εικόνα του εταιρικού χρέους και δείχνει την ικανότητα των διοικήσεων να αντιμετωπίσουν πιθανές βραχυπρόθεσμες αναταράξεις.
Επιπλέον, τα ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα αυξήθηκαν κατά 23,2% ή 3,7 δισ. ευρώ το 2025, φτάνοντας συνολικά τα 19,664 δισ. ευρώ, γεγονός που αμβλύνει την επιβάρυνση από την αυξημένη δανειοδοτική δραστηριότητα. Ο αριθμός των «αδάνειστων» εταιρειών, δηλαδή αυτών με μηδενικό ή αρνητικό καθαρό δανεισμό, ανέρχεται σε 38 για το 2025, από 36 το 2024.
Αναλυτικά, 30 εισηγμένες έχουν καθαρό δανεισμό άνω των 100 εκατ. ευρώ, 17 άνω των 500 εκατ. ευρώ και 10 άνω του 1 δισ. ευρώ. Στον συνολικό δανεισμό, 35 εισηγμένες έχουν άνω των 100 εκατ. ευρώ, 20 άνω των 500 εκατ. ευρώ και 13 άνω του 1 δισ. ευρώ. Οι πιο δανεισμένες εταιρείες είναι αυτές που τρέχουν μεγάλα επενδυτικά προγράμματα ή έχουν ολοκληρώσει πρόσφατες εξαγορές.
Η ΔΕΗ έχει καθαρό δανεισμό 6,480 δισ. ευρώ, ακολουθούμενη από τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ με 4,396 δισ. ευρώ και την Metlen με 3,115 δισ. ευρώ. Από την άλλη, 38 εισηγμένες έχουν αρνητικό καθαρό δανεισμό, με την Jumbo να βρίσκεται στην καλύτερη θέση με 473 εκατ. ευρώ. Σημαντικά ταμειακά διαθέσιμα έχουν οι Coca Cola HBC, ΔΕΗ και Metlen, με ταμειακά διαθέσιμα άνω των 2 δισ. ευρώ.
Η αύξηση του δανειοδοτικού βάρους είναι κρίσιμος παράγοντας για το μέλλον, καθώς οι γεωπολιτικές και ενεργειακές αβεβαιότητες ενδέχεται να επηρεάσουν τις επιδόσεις των ελληνικών εταιρειών. Η πιθανότητα αύξησης των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα λόγω των πληθωριστικών πιέσεων μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση του χρηματοοικονομικού κόστους, επηρεάζοντας κυρίως τις πιο δανεισμένες εταιρείες.