Εν μέσω αβεβαιότητας λόγω της κατάστασης στη Μέση Ανατολή, ο οίκος αξιολόγησης Fitch θα δημοσιοποιήσει σήμερα την ετυμηγορία του για την ελληνική οικονομία, ολοκληρώνοντας έτσι τον κύκλο των αξιολογήσεων για το πρώτο τρίμηνο του έτους.

Παράλληλα, η Ελλάδα προχωρά σταθερά στην περαιτέρω αποκλιμάκωση του ελληνικού χρέους. Φέτος, στα μέσα Ιουνίου, η χώρα μας θα προχωρήσει σε μία ακόμα πρόωρη εξόφληση δόσεων από το δάνειο του πρώτου μνημονίου, ύψους 6,9 δισ. ευρώ από τα 26,3 δισ. ευρώ που απομένουν. Οι υπόλοιπες δόσεις θα καλυφθούν με περίπου 5 δισ. ευρώ ετησίως τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Έτσι, το χρέος θα συνεχίσει να μειώνεται όχι μόνο ως ποσοστό του ΑΕΠ, αλλά και σε απόλυτα νούμερα.

Σύμφωνα με τον επικεφαλής του Οργανισμού Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους (ΟΔΔΗΧ), Δημήτρη Τσάκωνα, από φέτος, και πιο συγκεκριμένα στο τέλος του 2026, η Ελλάδα θα πάψει να έχει το υψηλότερο χρέος στην Ευρώπη, με την Ιταλία να αναλαμβάνει αυτή τη θέση.

Μιλώντας στο συνέδριο του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, ο κ. Τσάκωνας παρουσίασε ένα χρονοδιάγραμμα για την πορεία του ελληνικού χρέους τα επόμενα έτη. Όπως δήλωσε, στο τέλος της τρέχουσας δεκαετίας το ελληνικό χρέος θα υποχωρήσει στο 113% με 115% του ΑΕΠ, ποσοστό που θα κατατάξει τη χώρα μας στην 4η ή ακόμα και 5η θέση μεταξύ των κρατών με το υψηλότερο χρέος, κάτω από τη Γαλλία, το Βέλγιο και την Ιταλία. Την περίοδο 2032-2034, το δημόσιο χρέος θα συνεχίσει την πτωτική του πορεία για να φτάσει σε ένα “σημείο ισορροπίας”, στο 100% του ΑΕΠ. Εκτιμάται ότι τότε το ελληνικό αξιόχρεο θα επιστρέψει στη βαθμίδα Α.

Μέχρι τώρα, η Ελλάδα έχει εξασφαλίσει σταθερές αξιολογήσεις από μεγάλους διεθνείς οίκους. Από το 2019 και ύστερα, οι μεγάλοι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης (Fitch, Moody’s και S&P), καθώς και οι άλλοι δύο οίκοι που αναγνωρίζονται από το Ευρωσύστημα ως εξωτερικοί οργανισμοί πιστοληπτικής αξιολόγησης (Scope και Morningstar-DBRS), έχουν προχωρήσει σε αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας.

Οι αναβαθμίσεις αυτές έχουν συνοδευτεί από σημαντική αποκλιμάκωση της διαφοράς των αποδόσεων των ελληνικών κρατικών ομολόγων από εκείνες των γερμανικών. Αυτό οδηγεί σε μείωση του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους του Ελληνικού Δημοσίου, των εγχώριων τραπεζών και των ελληνικών επιχειρήσεων, συμβάλλοντας στην αύξηση της συνολικής ζήτησης στην ελληνική οικονομία και στην ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας.

Εν αναμονή της αξιολόγησης της Ελλάδας από τον οίκο Fitch, πρόσφατη έκθεση του οίκου κατατάσσει τη χώρα μας μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών (μαζί με την Κύπρο, την Ιρλανδία, τις Κάτω Χώρες και την Πορτογαλία) που διαθέτουν το μεγαλύτερο δημοσιονομικό περιθώριο για να ανταποκριθούν και να αποφευχθεί μία απότομη επιδείνωση του χρέους και των ελλειμμάτων.