Οι επενδυτές απαιτούν πλέον σημαντικά υψηλότερες αποδόσεις για να διακρατούν βρετανικό κρατικό χρέος, με τις αποδόσεις των 30ετών τίτλων να επιστρέφουν σε επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν πριν από το 1998. Αυτή η νέα άνοδος ασκεί έντονες πιέσεις στο βρετανικό υπουργείο Οικονομικών και αναζωπυρώνει τις ανησυχίες για τη σταθερότητα της οικονομίας.
Η αγορά βρετανικών ομολόγων περνά μία περίοδο έντονης αναταραχής, καθώς η απόδοση των 30ετών κρατικών τίτλων, γνωστών ως gilts, εκτοξεύθηκε στο υψηλότερο επίπεδο από το 1998. Την Τρίτη, η απόδοση των 30ετών gilts ενισχύθηκε έως και κατά 0,14 ποσοστιαίας μονάδας, φθάνοντας στο 5,79%, πριν υποχωρήσει ελαφρώς κοντά στο 5,6%. Ανοδικά κινήθηκε και η απόδοση του 10ετούς gilt, η οποία αυξήθηκε έως και κατά 0,15 ποσοστιαίας μονάδας, αγγίζοντας το 5,11%, πολύ κοντά στο υψηλό 18ετίας του 5,12% που είχε καταγραφεί νωρίτερα κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Ιράν.
Η εκρηκτική άνοδος των αποδόσεων των gilts υποδηλώνει ότι οι επενδυτές θεωρούν το βρετανικό χρέος πιο επισφαλή τοποθέτηση σε σχέση με άλλες μορφές δανεισμού και απαιτούν υψηλότερο ασφάλιστρο κινδύνου για να δεσμεύσουν τα κεφάλαιά τους σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Αυτή η επιφυλακτικότητα αποδίδεται σε έναν συνδυασμό παραγόντων, με βασικό καταλύτη τον φόβο ότι η Τράπεζα της Αγγλίας ενδέχεται να διατηρήσει τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, προκειμένου να αποτρέψει τον πληθωρισμό από το να παραμείνει «κολλώδης» και να μην επιστρέψει γρήγορα στον στόχο του 2%.
Η κατάσταση αυτή επιδεινώνεται από την άνοδο των τιμών ενέργειας λόγω του πολέμου στο Ιράν. Καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης, τα gilts βρέθηκαν υπό διαρκείς πιέσεις και συνεχείς ρευστοποιήσεις. Ο Ρίτσαρντ Κάρτερ, επικεφαλής έρευνας σταθερού εισοδήματος στην Quilter Cheviot, σημείωσε ότι «η Βρετανία εκτιμάται πως θα είναι η ανεπτυγμένη οικονομία που θα πληγεί περισσότερο από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, εξαιτίας της μεγάλης εξάρτησής της από εισαγωγές ενέργειας». Όσο οι τιμές ενέργειας παραμένουν αυξημένες, τόσο εντονότερος θα είναι ο αντίκτυπος για τη χώρα.
Η πολιτική αβεβαιότητα και η δημοσιονομική στρατηγική της κυβέρνησης βρίσκονται επίσης στον πυρήνα του πρόσφατου sell-off στην αγορά των gilts. Μετά την εκλογή του Κιρ Στάρμερ το 2024, οι Εργατικοί δεσμεύθηκαν στη διατήρηση «δημοσιονομικής πειθαρχίας» και παρουσίασαν ένα νέο μακροπρόθεσμο πλαίσιο που αποσκοπούσε στο να διαφοροποιήσει τη νέα κυβέρνηση από την προηγούμενη. Το σχέδιο αυτό εισήγαγε τον λεγόμενο «Κανόνα Σταθερότητας», σύμφωνα με τον οποίο ο τρέχων προϋπολογισμός πρέπει να εμφανίζει πλεόνασμα έως το τέλος του οικονομικού έτους 2029/30.
Ταυτόχρονα, προωθήθηκε και ο «Κανόνας Επενδύσεων», που απαιτεί οι καθαρές χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις του δημόσιου τομέα να ακολουθούν πτωτική πορεία ως ποσοστό του ΑΕΠ. Παρά τα αυστηρά πλαίσια ασφαλείας, οι αγορές ομολόγων εμφανίζονται ολοένα πιο δύσπιστες, καθώς οι επενδυτές φοβούνται ότι η πολιτική πίεση θα υπερισχύσει της δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Η κριτική προς τον Στάρμερ έχει ενταθεί, καθώς δέχεται αυξανόμενη πίεση από την αριστερή πτέρυγα των Εργατικών, με φωνές που ζητούν εγκατάλειψη της «δημοσιονομικής συντηρητικότητας» για την αντιμετώπιση των κρίσεων χρηματοδότησης στο NHS και στην τοπική αυτοδιοίκηση. Η κατάσταση κορυφώνεται στις τοπικές εκλογές, όπου κρίνονται περισσότερες από 5.000 έδρες συμβούλων σε 136 τοπικές αρχές. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι το κόμμα του Στάρμερ ενδέχεται να υποστεί βαριές απώλειες, κάτι που θα ενίσχυε τις εσωκομματικές πιέσεις για απομάκρυνσή του από την ηγεσία.
Η αναταραχή στην αγορά ομολόγων μεταφράζεται σε δισεκατομμύρια λίρες επιπλέον κόστους για τη βρετανική κυβέρνηση, καθώς οι πληρωμές τόκων είναι εξαιρετικά ευαίσθητες στις μεταβολές των αποδόσεων των gilts. Σύμφωνα με υπολογισμούς, κάθε αύξηση κατά 0,25 ποσοστιαίας μονάδας στο κόστος δανεισμού του Δημοσίου προσθέτει περίπου 2,5 δισ. λίρες ετησίως στον λογαριασμό εξυπηρέτησης του χρέους. Η άνοδος των αποδόσεων έχει επίσης άμεσο αντίκτυπο στην πραγματική οικονομία, καθώς τα gilts αποτελούν βασικό σημείο αναφοράς για την τιμολόγηση χρηματοπιστωτικών προϊόντων, όπως τα στεγαστικά δάνεια σταθερού επιτοκίου.