Ο Βλαντίμιρ Πούτιν μεταβαίνει στο Πεκίνο για συνομιλίες με τον Σι Τζινπίνγκ, σε μία επίσκεψη που αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική και ενεργειακή σημασία, εν μέσω του πολέμου στη Μέση Ανατολή και της αναταραχής στις αγορές ενέργειας. Σύμφωνα με το Bloomberg, η Μόσχα προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την αβεβαιότητα που προκαλεί η σύγκρουση με το Ιράν και ο κίνδυνος για τα Στενά του Ορμούζ, προκειμένου να προχωρήσει το γιγαντιαίο έργο του αγωγού φυσικού αερίου Power of Siberia 2, που θα συνδέει τη Σιβηρία με την Κίνα μέσω Μογγολίας.
Ρωσικές πηγές που επικαλείται το πρακτορείο εκτιμούν ότι η ενεργειακή αστάθεια μπορεί να οδηγήσει την Κίνα σε πιο ευέλικτη στάση στις διαπραγματεύσεις για τις τιμές του φυσικού αερίου, το οποίο αποτελεί το βασικό σημείο τριβής που καθυστερεί τη συμφωνία εδώ και χρόνια. Το σχέδιο του Power of Siberia 2 θεωρείται κρίσιμο για τη Ρωσία, καθώς μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη ρήξη με την Ευρώπη, η Gazprom έχει χάσει μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής αγοράς φυσικού αερίου. Η Μόσχα στρέφεται πλέον επιθετικά προς την Ασία, προσπαθώντας να μετατρέψει την Κίνα στον βασικό αγοραστή των ρωσικών ενεργειακών εξαγωγών.
Σύμφωνα με το Bloomberg, η Gazprom έχει καταθέσει ιδιαίτερα ανταγωνιστική πρόταση τιμολόγησης προς το Πεκίνο και επιδιώκει συμφωνία έως τον Σεπτέμβριο. Παρά την πιο θετική στάση των Κινέζων αξιωματούχων για την επιτάχυνση των συνομιλιών, μέχρι στιγμής δεν έχει υπάρξει ουσιαστική πρόοδος. «Το έργο βρίσκεται στην ατζέντα και είμαστε αποφασισμένοι να το συζητήσουμε σοβαρά», δήλωσε ο σύμβουλος εξωτερικής πολιτικής του Κρεμλίνου, Γιούρι Ουσάκοφ, προαναγγέλλοντας εκτενείς συνομιλίες ανάμεσα σε Πούτιν και Σι.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δημιουργεί νέα δεδομένα για την Κίνα, η οποία ανησυχεί για την ασφάλεια των παραδοσιακών ενεργειακών διαδρομών, ειδικά μετά τη διακοπή της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ. Αυτό ενισχύει το ενδιαφέρον της Κίνας για χερσαίες ενεργειακές διαδρομές από τη Ρωσία, καθώς και για νέους διαδρόμους logistics μέσω Αρκτικής. «Η κρίση στο Ιράν ενισχύει τον ρόλο της Ρωσίας ως βασικού προμηθευτή πρώτων υλών προς την Κίνα», σχολίασε ο Βασίλι Κάσιν από την Ανώτατη Σχολή Οικονομικών της Μόσχας.
Η ρωσική οικονομία εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από την Κίνα, καθώς οι δυτικές κυρώσεις λόγω Ουκρανίας έχουν περιορίσει τις εμπορικές και χρηματοδοτικές επιλογές της Μόσχας. Η Κίνα λειτουργεί πλέον ως βασικός αγοραστής ρωσικής ενέργειας, κύρια δίοδος εισαγωγής τεχνολογίας και κρίσιμος οικονομικός «πνεύμονας» για τη Ρωσία. Σύμφωνα με Ευρωπαίους αξιωματούχους, περισσότερο από το 90% της τεχνολογίας που εισάγει σήμερα η Ρωσία υπό καθεστώς κυρώσεων περνά μέσω Κίνας. Οι εξαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου προς την Ασία αυξάνονται διαρκώς, με τη Μόσχα να αναμένει ότι οι ροές προς την Κίνα θα φτάσουν τα 52,5 δισ. κυβικά μέτρα ετησίως έως το 2029.
Παρά τη στενή συνεργασία με τη Μόσχα, το Πεκίνο συνεχίζει να κινείται προσεκτικά. Η Κίνα επιδιώκει να διατηρήσει τη στρατηγική της σχέση με τη Ρωσία, χωρίς να ταυτιστεί πλήρως με τον πόλεμο στην Ουκρανία και το γεωπολιτικό κόστος που αυτός συνεπάγεται. Έτσι εξηγείται και η συχνά αντιφατική στάση του Πεκίνου: από τη μία δεν καταδικάζει τη ρωσική εισβολή, από την άλλη συνεχίζει να επικαλείται δημόσια την εδαφική ακεραιότητα και την κυριαρχία των κρατών. Όπως σχολιάζει αναλύτρια της Gatehouse, «η Κίνα χρειάζεται τη Ρωσία για ενεργειακή ασφάλεια, πρώτες ύλες και πρόσβαση στην Αρκτική. Όμως η Ρωσία χρειάζεται την Κίνα πολύ περισσότερο».