Ζούμε σε μια εποχή ραγδαίων αλλαγών, με γεωπολιτικές εντάσεις, εμπορικούς πολέμους, σκληρό ανταγωνισμό στις αγορές, ενεργειακές κρίσεις, τεχνολογικές επαναστάσεις και ανατροπές. Πόσο έτοιμες είναι οι ελληνικές επιχειρήσεις να χαράξουν μια νέα και αποτελεσματική στρατηγική σε αυτόν τον κόσμο που αλλάζει με ραγδαίους ρυθμούς; Στο Vidcast της Ναυτεμπορικής, συζητήσαμε το θέμα με τον Βασίλη Παπαδάκη, καθηγητή Στρατηγικής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο και διευθυντή του Executive MBA, κορυφαίου προγράμματος ανάπτυξης διοικητικών στελεχών.

«Υπάρχει ένας όρος που δημιουργήθηκε το 2022 και περιγράφει αυτό που ζούμε καθημερινά. Λέγεται “permacrisis”: μια συντομογραφία του “Permanent crisis” – μόνιμη κρίση. Μετά το 2020 βιώνουμε παγκοσμίως μια συνεχή κρίση. Για τις ελληνικές εταιρείες, την τελευταία 15ετία βιώσαμε μια περίοδο όπου πολλές εταιρείες αντιμετώπισαν μεγάλα προβλήματα, με χιλιάδες χρεοκοπίες. Ωστόσο, είδαμε και τις εταιρείες που στάθηκαν ανθεκτικές και ικανές να προσαρμόζονται στην κρίση. Οι εταιρείες που επιβίωσαν της χρηματοπιστωτικής κρίσης, επιβίωσαν και στην πανδημία και στην ουκρανική κρίση. Αν με ρωτάτε αν το ποτήρι είναι μισοάδειο ή μισογεμάτο, εγώ προσπαθώ να το δω μισογεμάτο. Οι καλές μας εταιρείες είναι εκπαιδευμένες και τα στελέχη μας έχουν μάθει να διδάσκονται από την κρίση και να προσαρμόζονται στις αλλαγές», δήλωσε ο καθηγητής.

Όταν ρωτήθηκε για το μήνυμα που θα ήθελε να στείλει στους Έλληνες επιχειρηματίες, ανέφερε: «Το πρώτο μήνυμα είναι η ανταγωνιστική στρατηγική. Πώς ανταγωνιζόμαστε και πώς προσπαθούμε να κερδίσουμε ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα. Το δεύτερο είναι η στρατηγική ανάπτυξης. Οι εταιρείες μας πρέπει να ξεκαθαρίσουν τι παιχνίδι παίζουν. Στη στρατηγική έχουμε δύο κεντρικές επιλογές: είτε να γίνουμε ηγέτες κόστους, είτε ηγέτες μοναδικότητας, προσφέροντας μοναδικά προϊόντα και υπηρεσίες. Οι πραγματικά επιτυχημένες εταιρείες έχουν μια ξεκάθαρη στρατηγική και δημιουργούν αξίες και κουλτούρα που ταιριάζουν με αυτήν. Πρέπει να δημιουργήσουν ένα πλαίσιο οργάνωσης, ανθρώπων, συστημάτων και ικανοτήτων που υποστηρίζουν τη στρατηγική τους. Οι εταιρείες μας δεν μπορούν να κάνουν τα πάντα και για όλους, χρειάζονται δύσκολες αποφάσεις.»

Αναφερόμενος στα στερεότυπα του παρελθόντος, ο καθηγητής τόνισε: «Διαχρονικά δημιουργούνται διάφορα στερεότυπα, τα οποία πρέπει να αμφισβητηθούν δημιουργικά και να προσπεραστούν, καθώς αποτελούν τροχοπέδη». Ειδικά για τις μικρομεσαίες και οικογενειακές επιχειρήσεις, που αποτελούν σχεδόν το 90% στη χώρα μας, ανέφερε: «Μια έκθεση της Eurostat το 2024 δείχνει ότι στην κατηγορία με έως 9 εργαζόμενους, η προστιθέμενη αξία των ελληνικών επιχειρήσεων είναι η χειρότερη στην ΕΕ. Στην κατηγορία 10-50 είναι πολύ κακή, ενώ στις επιχειρήσεις με 50 έως 250 εργαζόμενους είμαστε στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αυτό δείχνει ότι οι εταιρείες μας πρέπει να μεγαλώσουν για να γίνουν πιο παραγωγικές και να αμείβουν καλύτερα τους ανθρώπους τους.»

Για το πώς μπορούν να επιτευχθούν αυτά τα κίνητρα, ο καθηγητής ανέφερε: «Με κίνητρα εξαγορών και συγχωνεύσεων, καθώς και με κίνητρα ανάπτυξης ή επέκτασης σε νέες αγορές. Οι εταιρείες μας δεν πρέπει να εφησυχάζουν με το μέγεθος και τις δραστηριότητες που έχουν. Πρέπει πάντα να αναρωτιούνται πού αναπτύσσονται. Οι πραγματικά επιτυχημένες ελληνικές εταιρείες είναι αυτές που έχουν ξεφύγει από τα όρια της χώρας μας.»

Σχετικά με την καινοτομία, ο καθηγητής τόνισε: «Η μοίρα των επιχειρήσεων είναι να καινοτομούν. Οι επιχειρήσεις που δεν καινοτομούν δεν μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο μας. Χρειαζόμαστε περισσότερη καινοτομία.» Όσον αφορά την αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης, ανέφερε: «Η τεχνητή νοημοσύνη είναι ένα τεράστιο θέμα. Δεν πρέπει να γκρινιάζουμε μόνο για τις ελληνικές εταιρείες, καθώς το ίδιο ισχύει και για πολλές διεθνείς εταιρείες. Το μεγάλο πρόβλημα δεν είναι μόνο η ενσωμάτωσή της, αλλά και η απόδοση των τρισεκατομμυρίων που έχουν επενδυθεί.»