Για δεκαετίες, η Σουηδία υπήρξε το σύμβολο του κράτους-πρόνοιας με υψηλούς ανταποδοτικούς φόρους, που εξασφάλιζαν πλήρη κάλυψη στους πολίτες μέσω κρατικών νοσοκομείων, σχολείων και δομών φροντίδας. Σήμερα, η σκανδιναβική χώρα των 11 εκατομμυρίων κατοίκων έχει υιοθετήσει τον καπιταλισμό, μειώνοντας δραστικά το μέγεθος του κράτους.

Σήμερα, σχεδόν οι μισές κλινικές πρωτοβάθμιας περίθαλψης είναι ιδιωτικές, πολλές από αυτές υπό την ιδιοκτησία εταιρειών ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων. Ένα στα τρία δημόσια λύκεια είναι υπό ιδιωτική διαχείριση, σημειώνοντας σημαντική αύξηση από το 20% το 2011. Οι εταιρείες διαχείρισης σχολείων είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο.

Η εμπειρία της Σουηδίας προσφέρει μαθήματα, θετικά και αρνητικά. Η καπιταλιστική μεταμόρφωση έχει οδηγήσει σε έκρηξη της επιχειρηματικότητας και της οικονομικής ανάπτυξης. Οι δημόσιες κοινωνικές δαπάνες έχουν μειωθεί στο 24% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ), ποσοστό παρόμοιο με αυτό των ΗΠΑ. Η οικονομία της Σουηδίας εκτιμάται ότι θα αναπτύσσεται με ρυθμό περίπου 2% ετησίως έως το 2030, σχεδόν με την ίδια ταχύτητα με τις Ηνωμένες Πολιτείες και με διπλάσιο ρυθμό ανάπτυξης από αυτόν της Γαλλίας και της Γερμανίας.

Η υπουργός Οικονομικών της Σουηδίας, Ελίζαμπεθ Σβάντεσον, δήλωσε: «Η Σουηδία είναι μια πραγματική χώρα ευκαιριών». Ενώ πολλές ευρωπαϊκές χώρες αυξάνουν τους φόρους, η Σβάντεσον τους έχει μειώσει για τρία συνεχόμενα έτη. Ο ανώτατος συντελεστής φόρου εισοδήματος έχει υποχωρήσει κοντά στο 50%, από σχεδόν 90% που ήταν τη δεκαετία του 1980.

Ωστόσο, οι πολέμιοι των αλλαγών υποστηρίζουν ότι η συρρίκνωση του κράτους έχει ξεπεράσει κάθε όριο. Οι κοινωνικές ανισότητες αυξάνονται ταχύτατα σε μια χώρα που παραδοσιακά ταυτιζόταν με την ισότητα. Η βία των συμμοριών έχει εκτοξευθεί σε προάστια με μεγάλο αριθμό μεταναστών, δημιουργώντας περιοχές όπου τα τοπικά εγκληματικά δίκτυα αμφισβητούν την κρατική εξουσία. Ο συγγραφέας Αντρέας Τσερβένκα δήλωσε: «Μετακινούμαστε από μια κοινωνία του τύπου “ένας για όλους και όλοι για έναν”, σε μια κοινωνία όπου “ο καθένας είναι μόνος του”».

Η Σουηδία έχει εξελιχθεί, μέσα σε 100 χρόνια, από μία από τις φτωχότερες στην τρίτη πλουσιότερη χώρα της Ευρώπης. Στα μέσα του 1800, η Σουηδία ήταν μια από τις φτωχότερες αγροτικές χώρες της Δυτικής Ευρώπης, με περίπου 1,5 εκατομμύριο Σουηδούς να μεταναστεύουν, κυρίως προς τις ΗΠΑ, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Από το 1870 έως το 1970, η χώρα σημείωσε έναν από τους υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης παγκοσμίως, ερχόμενη δεύτερη μετά την Ιαπωνία.

Μέχρι το 1970, η Σουηδία είχε εξελιχθεί σε ένα από τα πλουσιότερα έθνη του κόσμου, καταλαμβάνοντας την 3η ή 4η θέση παγκοσμίως σε κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Η πλούσια οικονομία της οικοδομήθηκε πριν από τη γιγάντωση του κοινωνικού κράτους. Ωστόσο, από τη δεκαετία του 1960, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα αύξησε απότομα τους φόρους και τις κρατικές δαπάνες, φτάνοντάς τες στο 70% του ΑΕΠ έως τη δεκαετία του 1990. Αυτή η εξέλιξη οδήγησε σε τραπεζική κρίση και στάσιμα εισοδήματα, γεγονός που ανάγκασε την κυβέρνηση να θεσπίσει μεταρρυθμίσεις, όπως οι περικοπές επιδομάτων και η κατάργηση των φόρων πλούτου και κληρονομιάς.

Αποτέλεσμα αυτών των αλλαγών είναι ότι πλούσιοι επιχειρηματίες που είχαν εγκαταλείψει τη Σουηδία λόγω των υψηλών φόρων επιστρέφουν. Ο Γιάκομπ Βάλενμπεργκ, μέλος της σουηδικής βιομηχανικής δυναστείας, σημείωσε ότι όταν μεγάλωνε στις δεκαετίες του 1960 και του 1970, οι Σουηδοί δεν ήταν πολύ πλούσιοι και η χώρα είχε μόνο ένα αυτοκίνητο Rolls-Royce. Σήμερα, οι διεθνείς δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι Σουηδοί είναι πιο ανοιχτοί στον πλούτο από τους Γάλλους, τους Γερμανούς, τους Ισπανούς ή τους Ιταλούς, και πιο θετικοί απέναντι στην οικονομία της αγοράς από οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα εκτός από την Πολωνία. Ο αριθμός των Rolls-Royce στη Σουηδία έχει ξεπεράσει τις 800.

Ο μετασχηματισμός έχει νικητές, όπως τη μεσαία τάξη, αλλά και ηττημένους, όπως οι ενοικιαστές εκτός πόλεων και οι κοινότητες μεταναστών. Οι επενδύσεις σε δημόσιες υποδομές παρέμειναν χαμηλές, οδηγώντας σε προβλήματα στο σιδηροδρομικό δίκτυο. Ο Γιόνσον δήλωσε: «Αφαίρεσαν πόρους από τομείς που υποτίθεται ότι προστάτευαν την κοινωνία, αλλά για τον δυναμισμό της οικονομίας αυτό ήταν καλό». Ο οικονομολόγος Στέφαν Φέλστερ σημείωσε ότι τα εισοδήματα έχουν διπλασιαστεί από τη δεκαετία του ’90. Ωστόσο, ο Λαρς Κάλμφορς, σύμβουλος του Υπουργείου Οικονομικών, παραδέχεται: «Ήταν σωστό να κινηθούμε προς την ιδιωτικοποίηση, αλλά μάλλον το παρακάναμε». Η Όσα Πλέσνερ καταλήγει: «Το σύστημα λειτουργεί καλά για ορισμένους ανθρώπους, αλλά αποτελεί μια πραγματική ρήξη με τον σουηδικό οικουμενισμό».